Οι Τρελοί Αρλεκίνοι – Της Αλεξίας Κουφοπούλου

Δεν έχει νόημα, σκέφτηκες και πέταξες τον πίνακα στην φωτιά. Και εκείνο το βιβλίο, το εμπνευσμένο και εκλεκτό, που πίστεψες ότι αυτό ήσουν εσύ. Πως είχες κάτι να πεις. Σε ποιον αλήθεια; Και πέταξες και εκείνο το σενάριο και τα παπούτσια του χορού. Τα μοντάζ σου τα έκαψες όλα εικονικά, το ίδιο και τις εικόνες σου. Οι εκτυπωμένες φωτογραφίες κάηκαν πιο ικανοποιητικά. Και οι παρτιτούρες το ίδιο. Και η κόκκινη μύτη του κλόουν, η μαριονέτα και τα άλλα σύνεργα του ενόχου. Κι όλα αυτά έλεγες πως ήσουν εσύ. Πως η τέχνη είναι μια αναλαμπή, που σκάει σε έναν κοινό πνευματικό ουρανό κι αν κάποιος έχει την ίδια ιδέα με εσένα, ξαφνικά δεν είσαι τόσο μόνος.

Καθώς έπινες έναν καφέ κι αισθάνθηκες κάπως καλύτερα, σαν να μετάνιωσες λίγο την απόφασή σου. Ευχήθηκες να είχες πιστέψει περισσότερο σε αυτό που ήθελες να πεις. Όμως οι στάχτες ήταν εκεί, άρα η πράξη είχε γίνει. Δεν μπορούσες να γυρίσεις πίσω.

Σκέφτηκες πως ο χρόνος ίσως να μην είναι ευθύς, ούτε κυκλικός, αλλά ένας ρόμβος χωρίς λογική. Μόνο με τα κάτω και τα πάνω του και τις αιχμηρές γωνίες του. Δεν συμβαίνουν όλα ακριβώς με τον ίδιον τρόπο κατ’ επανάληψη, ούτε και εντελώς διαφορετικά. Αισθανόσουν πως ήσουν παγιδευμένος σε έναν κύκλο από σκέψεις που επαναλαμβάνονταν και που ενίοτε λίγο άλλαζαν. Κάποτε ήσουν καλύτερα και πίστευες πως είχες δυνάμεις να συνεχίσεις και κάποτε ένιωθες πως όλα ή σχεδόν όλα ήταν ανοησίες. Τι νόημα έχει να περπατά κανείς όταν επιστρέφει πάντα στο ίδιο σημείο; Σε παράλληλους κόσμους ήσουν σίγουρος πως πάλι τις ίδιες αποφάσεις θα έπαιρνες.

Κοίταξες ένα σκαθάρι που χτύπησε με έναν κρότο το γυάλινο ποτήρι και αναποδογύρισε. Προσπαθούσε απεγνωσμένα να πιαστεί από τον αέρα για να σηκωθεί πάλι στα πόδια του. Αναρωτήθηκες πότε θα εγκατέλειπε και με έναν παράξενο συνειρμό σκέφτηκες τους λόγους που σπούδασες αυτό που επέλεξες. Πώς μπορούσες ως έφηβος να ξέρεις αν θα είσαι καλύτερος στη λογιστική ή στη μουσική; Σκέφτηκες πως μερικοί άνθρωποι το ήξεραν. Το ήξεραν από πάντα! Από πάντα, λες και το πάντα δίνει μισή δεκάρα για αυτούς ή για εσένα.

Σπούδασες, κατέληξες, για να ανακαλύψεις μέσα από τις σπουδές σου σε τι μπορεί να είσαι καλός. Όμως, με μια εφιαλτική τροπή των πραγμάτων, συνειδητοποίησες πως μπορεί να μην ήταν η ώρα σου να μάθεις. Κι αν μάθαινες λίγο πριν πεθάνεις και δεν είχες χρόνο να χαρείς την ανακάλυψή σου; Και αν στην πραγματικότητα ήσουν λίγο μέτριος σε λίγο από όλα; Αν δεν ήξερες να κάνεις κάτι συγκεκριμένο; Αν δεν μάθαινες ποτέ;

Το σκαθάρι συνέχισε να παλεύει. Δεν ήξερε πότε έπρεπε να το βάλει κάτω. Σκέφτηκες ότι αν δεν κατάφερνε να σηκωθεί μόνο του, θα το άφηνες εκεί να πεθάνει, όπως μάλλον θα ήταν η μοίρα του. Δεν είχε καλές προοπτικές. Είχε πανικοβληθεί και έκανε φρενιασμένες κινήσεις, που δεν το βοηθούσαν.

Ύπουλο πράγμα αυτός ο ρόμβος του χρόνου. Δεν συνειδητοποιούσες πόσο λίγο είχες κι όταν το συνειδητοποίησες και κατάλαβες, δεν μπορούσες να αποδεχθείς πόσο λίγος ήταν για να έχει το θράσος να έχει και τα πάνω και τα κάτω του. Όμως μια ύπαρξη σε ευθεία γραμμή δεν θα ήταν υποφερτή.

Και εκεί που δεν άντεχες άλλο να παρακολουθείς τα πάθη του μαύρου σκαθαριού, μια δυνατή ριπή αέρα το επανέφερε στα πόδια του. Και το ζήλεψες τόσο πολύ που το έκλεισες μέσα στο ποτήρι. Ξαφνικά είχες ένα μερίδιο στη μοίρα του. Αν το είχες αφήσει να φύγει, θα είχε προσγειωθεί μετά από λίγα λεπτά στο πρόσωπο μιας κυρίας, που θα πισωπατούσε και το αυτοκίνητο δεν θα την παρέσερνε. Αν ο χρόνος ήταν καλός με τον Αρλεκίνο του θα τον άφηνε να θυμηθεί πόσες φορές είχε ξαναζήσει αυτήν τη σκηνή.

Επειδή το διαμέρισμα ήταν αποπνικτικό βγήκες έξω. Ήσουν έξαλλος με τις πολλαπλές ανικανότητές σου και το σκαθάρι που σώθηκε από την μοίρα. Εσύ ήξερες πως αν ήθελε κάποιος να σώσει τον εαυτό του έπρεπε να το κάνει με τις δυνάμεις του και μόνο.

Είχες μια παράξενη συνάντηση. Είδες έναν άνθρωπο να ουρλιάζει μέχρι εκεί που άντεχαν τα πνευμόνια του και να τραβά αόρατες αλυσίδες με μανία σαν να τον κρατούσαν δεμένο στην άσφαλτο.

«Είμαστε παγιδευμένοι!» φώναζε, «Ας ξυπνήσει κάποιος, θα τρελαθώ! Θα τρελαθώ!». Και συνέχισε να φωνάζει σαν τρελός, με έναν καταγάλανο ουρανό από πάνω του, όσα μίλια ήθελε να ταξιδέψει από κάτω του και ανθρώπους πολύ ξύπνιους, που τον προσπερνούσαν για να πάνε στις δουλειές τους, σαν φυσιολογικοί άνθρωποι.

«Εσύ! Εσύ με βλέπεις, ναι;» φώναξε σε εσένα. «Ναι, Αρλεκίνε; Κάνε μια τούμπα για να τραβήξουμε την προσοχή. Να σώσουμε αυτούς τους ανθρώπους!»

«Με μια τούμπα;»

«Και με δυο αν θέλεις».

Σκέφτηκες ότι ήταν αστείο το πείραμα και το έκανες. Μερικοί πράγματι σταμάτησαν και μερικοί σε χειροκρότησαν. Και άλλοι γέλασαν με την καρδιά τους, όπως υποκλινόσουν γελοία και δουλικά. Και ύστερα συνέχισαν ακριβώς ό,τι έκαναν προηγουμένως. Αναρωτήθηκες αν κανένας από αυτούς θα σε θυμόταν για λίγο πριν κοιμηθεί και ξεχάσει όλη εκείνην τη μέρα συνολικά.

«Σκότωσα ένα σκαθάρι πριν» είπες και ο παράξενος άνθρωπος σε κοίταξε με γουρλωμένα μάτια. Έπειτα γέλασε με την ψυχή του και είπε πως δεν θα στεναχωριόταν κιόλας για ένα σκαθάρι. Και συνέχισε να ουρλιάζει για να σώσει τον κόσμο.

Κι είχες τότε το όραμα ενός κόσμου που δεν τρώει τα παιδιά του. Που τα μαθαίνει πως το βάρος στο στήθος τους λέγεται καρδιά και πως αξίζει να μην την ξεριζώνουν όσο μεγαλώνουν. Που τα μαθαίνει να είναι ο εαυτός τους. Που τα μαθαίνει να μαθαίνουν τις ικανότητές τους. Πως αξίζουν το ίδιο αν και μπορεί να μην έχουν τις ίδιες ικανότητες ή την ίδια εμφάνιση. Όχι να χρειάζεται να προσποιούνται πως ο κόσμος δεν φτιάχνει μονίμως πυραμίδες. Να βλέπουν το σκαθάρι στο ποτήρι και να σηκώνουν το ποτήρι. Να βλέπουν τον χρόνο και να του δίνουν ό,τι σχήμα θέλουν. Να αλλάζουν πάντα τα σίγουρά τους. Όλες οι ιδέες να είναι μαγικές, σαν τις λέξεις που επικαλούνται και επιτελούν τα μαγικά. Ενός κόσμου που τα μαθαίνει πως υπάρχει μια μυστική δύναμη στο καθετί. Πως η τέχνη είναι ένα κλειδί. Πως ενυπάρχει σε όλους, ακόμη και σε εκείνους που έχουν ξεχάσει ότι το είχαν.

Εσείς θα σώζατε τον κόσμο; Εσείς ήσασταν και οι δυο τρελοί. Νομίζατε πως ο κόσμος δεν ακούει και περίμενε εσάς για να το κάνει. Ο κόσμος ακούει, πάντα άκουγε. Απλώς ακούει εκείνους τους σημαντικούς. Τους μεγάλους. Τους ιδιοφυείς. Οι αρλεκίνοι του κάθονταν πάντα λίγο στον λαιμό.

Εικόνα:

Π. Πικάσσο, Αρλεκίνος με ποτήρι ή Au Lapin Agille. 1905. Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης.
Ν. Υόρκη
  • 3
  • 114

YOU MIGHT ALSO LIKE