Όψεις της νεολαιίστικης πολιτικής αμφισβήτησης κατά τη «μακρά» δεκαετία του ’60 -Η περίπτωση του «προβοκάτορα» Στέργιου Κατσαρού

Γράφει ο Μπάλλας Ανδρέας, φιλόλογος-εκπαιδευτικός

Ένα πρωί θ’ ανοίξω την πόρτα
και θα βγω στους δρόμους
όπως και χτες.
[…] Ένα πρωί θα ανοίξω την πόρτα
ίσα ολόισα στη φωτιά
και θα μπω όπως και χτες
φωνάζοντας «φασίστες!!»
στήνοντας οδοφράγματα και πετώντας πέτρες
μ’ ένα κόκκινο λάβαρο
ψηλά να γυαλίζει στον ήλιο.
[…] Ένα πρωί θ’ ανοίξω την πόρτα
και θα χαθώ
με τ΄ όνειρο της επανάστασης
μες την απέραντη μοναξιά
των δρόμων που θα καίγονται,
μες την απέραντη μοναξιά
των χάρτινων οδοφραγμάτων
με το χαρακτηρισμό– μην τους πιστέψεις!–
Προβοκάτορας.
Κατερίνα Γώγου, 25 Μαΐου

Εισαγωγή

Δεν είναι δύσκολο να παρατηρήσει κανείς, μελετώντας μέσα από διάφορους διαύλους την ελληνική νεολαία της δεκαετίας του ’60, ότι πρόκειται για μια γενιά τελείως διαφορετική από την προηγούμενη αλλά και ανεπανάληπτη σε σχέση με αυτές που ακολούθησαν. Ήταν μια γενιά που δεν βίωσε τις τραγικές εμπειρίες της κατοχής και του εμφυλίου πολέμου– παρά μόνο ως αντήχηση– διαμορφώνοντας ένα διαφορετικό πεδίο εμπειριών από την προηγούμενη και σχηματίζοντας εντελώς διαφορετικούς ορίζοντες προσδοκιών για το μέλλον της. Η γενιά αυτή ήταν η πρώτη στην εξέλιξη της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας που δεν ήταν πια «αντίγραφο» των γονιών της και που διαμόρφωσε μια εντελώς νέα ταυτότητα και συγκρότησε μια νέα– με κοινωνιολογικούς όρους– αυτόνομη «κοινωνική κατηγορία». Τα βασικά στοιχεία της ταυτότητας αυτής σχηματίστηκαν υπό την επίδραση της νεολαίας των αναπτυγμένων δυτικοευρωπαϊκών κρατών και κυρίως της αμερικανικής νεολαίας, η οποία με έναν αντίστοιχο τρόπο διαμόρφωνε εκείνη την περίοδο ένα νέο πλαίσιο αξιών και πρακτικών. Αυτή η καινούργια (αντι-)κουλτούρα των νέων είχε πρωτοφανή διεθνιστικά χαρακτηριστικά, χάρη στη συμβολή του κινηματογράφου και της μουσικής βιομηχανίας.
Καθώς η γενιά αυτή λοιπόν, στην Ελλάδα και διεθνώς, φαινόταν να αποστρέφεται την παράδοση, να δυσφορεί μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον, να μην σέβεται τους μεγαλύτερους, να αδιαφορεί για τις επιθυμίες και τις προσδοκίες των γονιών της, να είναι γενικά απείθαρχη, προκλητική και ασυμβίβαστη, προκάλεσε φόβους και προβληματισμό στους μεγαλύτερους, αναγόμενη σε οξύ κοινωνικό «πρόβλημα» (που παρουσιαζόταν στον Τύπο ως «νεανική παραβατικότητα») και προκαλώντας την εμφάνιση στον δημόσιο λόγο του όρου «χάσμα γενεών».1 Για τη γενιά αυτή ο έρωτας και το σεξ δεν ήταν πια ταμπού, η εξωτερική εμφάνιση ήταν απαραίτητα προκλητική (μακρύ μαλλί και φαβορίτα, τζιν, μίνι φούστα κ.λπ.), η αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου θεωρούνταν πια δικαίωμα κ.λπ.. Παράλληλα, στον ελληνικό χώρο, μεγάλο μέρος της νεολαίας αυτής οργανώνεται στην ηττημένη στον εμφύλιο Αριστερά, στη νεολαία Λαμπράκη, στο φοιτητικό κίνημα και σε άλλους σχηματισμούς, αρνούμενη τη «θυματοποίηση» της προηγούμενης γενιάς και διεκδικώντας στην πραγματικότητα ένα πιο δημοκρατικό κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο. Είναι η Γενιά του Ζήτα, των δημοκρατικών αγώνων και του μαζικού πολιτιστικού κινήματος, την οποία ακολούθησε η Γενιά του Πολυτεχνείου, η γενιά που υμνήθηκε– αλλά και φθονήθηκε– περισσότερο από κάθε άλλη, συνδεόμενη άμεσα με τον ευρωπαϊκό Μάη του 1968 αλλά και με τη Μεταπολίτευση και την αποκατάσταση της δημοκρατίας.2 Από πολλούς συνεπώς αναγνωρίζεται ότι είναι ακριβώς αυτή η αντισυμβατική στάση της νεολαίας, η κοινωνική και πολιτική ριζοσπαστικοποίησή της, που αποτελεί το σημαντικότερο ίσως χαρακτηριστικό της δεκαετίας του ’60.
Ωστόσο, αν και σήμερα κυριαρχεί στη συλλογική συνείδηση μια συγκεκριμένη φιγούρα νεολαίου της δεκαετίας του ’60– ο τύπος του «Λαμπράκη», ας πούμε– θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι αυτή δεν ήταν απαραίτητα πλειοψηφική· κοντά στις μυθοποιημένες, καθολικές μορφές των «Λαμπράκηδων» υπήρχαν και άλλες εκδοχές της νεολαίας με πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά, όπως λ.χ. οι ακροδεξιοί ΕΚΟΦίτες, οι «τεντιμπόηδες», οι παραβατικοί νεολαίοι, και κυρίως η, μάλλον πλειοψηφική, φυσιογνωμία του λαϊκού απολίτικου παιδιού. Δεν πρέπει επίσης να παραγνωριστεί, πλάι στο ρεύμα της νεολαιίστικης «πολιτικής αμφισβήτησης», αυτή η ποιότητα της νεολαίας που ο Κώστας Κατσάπης ονομάζει «αμφισβήτηση της καθημερινότητας».3 Πρόκειται για ένα τμήμα της νεολαίας αρκετά μαζικό αλλά σχετικά αφανές, το οποίο την περίοδο εκείνη ερχόταν συστηματικά σε σύγκρουση με τον παραδοσιακό τρόπο ζωής των ενηλίκων, με τις αξίες και τις καθημερινές πρακτικές τους. Τα όρια βέβαια ανάμεσα στις δύο παραπάνω ποιότητες της νεολαίας δεν είναι σαφή και μάλιστα συχνά οι πρακτικές τους διασταυρώνονται, όπως θα δούμε και στη συνέχεια. Δεν αμφισβητείται πάντως γενικότερα ότι τον τόνο της δεκαετίας του ’60 δίνει, στην Ελλάδα και διεθνώς, η «νεολαία της αμφισβήτησης», η γενιά που το πάθος της για ζωή και για επανάσταση την έκανε να θέλει «να πεθαίνει στα 30»4 (και δείχνει να το εννοεί)…5
Εντός της νεολαίας αυτής υπάρχουν πάντως και ορισμένες ακραίες, μειοψηφικές εκδοχές, οι οποίες έχουν σημαντικό ερευνητικό ενδιαφέρον. Ειδικά στον χώρο της πολιτικοποιημένης νεολαίας, τα πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα και οι ιδεολογικές διεργασίες της δεκαετίας του ’60 ήταν τέτοια που διαμόρφωναν συνεχώς νέα πεδία αντιπαραθέσεων και προκαλούσαν μεταλλάξεις στη συμπεριφορά και τη στάση τμημάτων της νεολαίας. Σε αυτές τις ιδιαίτερες εκδοχές της νεολαιίστικης πολιτικής συμπεριφοράς στην Ελλάδα σημαντική θέση έχει η περίπτωση του αγωνιστή Στέργιου Κατσαρού, η οποία αποτελεί τον πυρήνα του κειμένου αυτού.
Ο Στέργιος Κατσαρός (Σ.Κ. στο εξής) υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μορφές του λαϊκού και νεολαιίστικου κινήματος κατά τη «μακρά» δεκαετία του ’60. Σε αντίθεση με πολλούς συντρόφους του από την περίοδο εκείνη, ο Σ.Κ. δεν πολιτεύτηκε, δεν έγινε υπουργός, δεν διεκδίκησε οφίτσια, παραμένοντας στην αφάνεια αλλά πάντα ενεργός μέσα στο εργατικό κίνημα. Ευρύτερα γνωστός έγινε το 1999, όταν εκδόθηκε, με την επιμέλεια της δημοσιογράφου Άντας Ψαρρά, ένα βιβλίο με τη μαρτυρία του για τα ταραγμένα χρόνια από τα Ιουλιανά ως το Πολυτεχνείο με τίτλο «Εγώ ο προβοκάτορας, ο τρομοκράτης. Η γοητεία της βίας».6 Στο βιβλίο αυτό, η ανάγκη του οποίου προέκυψε, σύμφωνα με τον ίδιο τον Σ.Κ., προκειμένου να διαψευστούν διάφορες ανακρίβειες και να αναιρεθούν πολλές ωραιοποιήσεις που κυριαρχούσαν τότε στον δημόσιο λόγο σχετικά με τα Ιουλιανά, ο Σ.Κ. με άμεσο και ζωντανό λόγο καταθέτει την προσωπική του μαρτυρία για την περίοδο αυτή, επικεντρώνοντας στη δράση της επαναστατικής πρωτοπορίας του νεολαιίστικου κινήματος.
Η μαρτυρία του έχει σημασία γιατί περιγράφει μια ιδιαίτερη εκδοχή της νεολαιίστικης πολιτικής αμφισβήτησης της δεκαετίας του ’60, μιας αμφισβήτησης που στράφηκε όχι μόνο απέναντι στο αυταρχικό κράτος της Δεξιάς και στον κοινωνικό συντηρητισμό, αλλά και απέναντι στην ιδεολογία και την πολιτική πρακτική της επίσημης, ρεφορμιστικής Αριστεράς. Η προσωπική πορεία του Σ.Κ. σημαδεύεται από μια σειρά διαδοχικών «ρήξεων» με κυρίαρχες στην Αριστερά αντιλήψεις, πολιτικές πρακτικές και οργανωτικά σχήματα, οι οποίες τον οδήγησαν τελικά στον «γκεβαρισμό», στην ιδέα του ένοπλου αγώνα, και κράτησαν ζωντανή μέσα του τη φλόγα της επανάστασης και της ουτοπίας.
Ο χαρακτηρισμός του «προβοκάτορα», τον οποίο απέδιδε η ηγεσία της ΕΔΑ σε όσους «αρέσκονταν» να συμμετέχουν σε συγκρούσεις με την αστυνομία παρά τις διαφορετικές κατευθύνσεις του κόμματος, υιοθετείται ειρωνικά στον τίτλο του βιβλίου από τον ίδιο τον Σ.Κ.:
«Η δουλειά κάθε προβοκάτορα είναι να προκαλέσει μια σύγκρουση όταν η μάζα των διαδηλωτών δεν είναι ώριμη γι’ αυτό. Εκείνο όμως το βράδυ δεν χρειάστηκε κάτι τέτοιο. Όλοι όσοι είχαν κατεβεί κάτω ήταν αποφασισμένοι να χτυπηθούν. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι εκείνη τη βραδιά υπήρξαν 80.000 προβοκάτορες. Μόνο την ηγεσία της ΕΔΑ δεν μπορεί κανείς να κατηγορήσει για προβοκάτσια, γιατί ήταν η μόνη που δεν ήθελε τη σύγκρουση».7
Αξίζει λοιπόν μια μελέτη για αυτό το κομμάτι της ριζοσπαστικοποιημένης νεολαίας, χαρακτηριστική μορφή της οποίας ήταν ο Σ.Κ.. Το κείμενο αυτό αφηγείται, μέσα από το πρίσμα του Σ.Κ., τα βήματα πολιτικοποίησης και ριζοσπαστισμού που έκανε η ελληνική νεολαία από την αρχή της περιόδου αυτής, στα μέσα του ’50. Ιδιαίτερα καταβάλλεται προσπάθεια να επισημανθεί το ποια γεγονότα, ποιες διαδικασίες, ποιες διεργασίες έπαιξαν ρόλο ώστε να ένα κομμάτι της ελληνικής νεολαίας να στραφεί σε πιο «δυναμικές» ενέργειες, να δοκιμάσει μια εκδοχή ένοπλου αγώνα ενάντια στο αυταρχικό κράτος– είτε αυτό είχε τη μορφή δημοκρατίας είτε της δικτατορίας– και ενάντια στην κοινωνική και οικονομική ελίτ.
Μαζί με το βιβλίο του Σ.Κ. το πρωτογενές υλικό της εργασίας αυτής αποτελεί μια σύγχρονη συνέντευξη μαζί του,8 η οποία φωτίζει ιδιαίτερα την περίοδο πριν τα Ιουλιανά και γεμίζει τα κενά της αφήγησης του βιβλίου. Η μαρτυρία του Σ.Κ., όπως αποτυπώνεται και στο βιβλίο και στη συνέντευξη, δεν ενδιαφέρει μόνο ως μία εναλλακτική περιγραφή των σημαντικότερων πολιτικών γεγονότων της δεκαετίας του ’60 αλλά και ως μια βαθιά χαρτογράφηση της κοινωνίας, του πολιτισμού και της ιδεολογίας της περιόδου αυτής.

Τα παιδικά χρόνια

Ο Σ.Κ. γεννήθηκε το 1938 σε ένα μικρό χωριό της Ανατολικής Στερεάς, το Βαθύκοιλο Φθιώτιδας. Μεγάλωσε σε αγροτική οικογένεια, κάπως «στενόχωρα» αλλά χωρίς να λείπουν τα βασικά αγαθά. Ο πατέρας του ήταν βενιζελικός, αλλά όχι αντικομμουνιστής, ενώ η μητέρα του πιο προοδευτική, «αναρχική» λέει ο ίδιος, φάρος για τη μετέπειτα πορεία του και στήριγμα στις κακουχίες της πολιτικής του δράσης.
Στην περιοχή εκείνη δεν εμφανίστηκαν ιδιαίτερα οι δυνάμεις της κατοχής και εύκολα εντάχθηκε στη διοίκηση της Ελεύθερης Ελλάδας μετά τις πρώτες νίκες των ανταρτών. Η οικογένεια του Σ.Κ. αντιμετώπισε τις δυσκολίες της περιόδου στα πλαίσια του συστήματος αλληλεγγύης που θεωρούνταν δεδομένο στις αγροτικές κοινωνίες της εποχής («Πέντε οικογένειες ζούσαμε στο ίδιο σπίτι τότε, χωρίς να μας λείψουν τα βασικά», λέει στη συνέντευξη ο Κατσαρός) και υπό την προστασία των ανταρτών. Η ευρύτερη οικογένεια του Σ.Κ., εκτός από τον πατέρα του, είχε ήδη περάσει όλη, από τη δεκαετία του ’30, στην Αριστερά και πρόσφερε πολλούς μαχητές στον ΕΛΑΣ και στην ΟΠΛΑ. Τα βιώματα αυτά, της κοινωνικής αλληλεγγύης και της αντίστασης στο φασισμό, διαμόρφωσαν οριστικά την κοσμοαντίληψη του Σ.Κ. και την κατεύθυναν στον δρόμο του αγώνα και της κοινωνικής επανάστασης.
Μετά τη Βάρκιζα και την παλινόρθωση του αυταρχικού κράτους εμφανίστηκε και στο χωριό η λευκή τρομοκρατία, στηριγμένη στα γαλόνια του χωροφύλακα και στο κήρυγμα του ιερέα· το χωριό ερήμωσε, η ανθρωπιά και η αλληλεγγύη του προηγούμενου διαστήματος εξαφανίστηκε, οι κοινωνικές αντιθέσεις κρύβονταν. Λίγες στιγμές ανάσας έμεναν στους παλιούς ΕΑΜίτες. Σε ιδεολογικό επίπεδο κυριάρχησε, στην περιοχή αυτή αλλά και σε όλη την Ελλάδα, αυτό που ο Κ. Τσουκαλάς ονόμασε «ολοκληρωτικό σκοταδισμό».9 Ο Σ.Κ. περιγράφει στη συνέντευξη:
«Ήμουν στην Γ΄ Δημοτικού και η δασκάλα μας έβαλε να γράψουμε μια έκθεση για τους “σλαβοσυμμορίτες εχθρούς του έθνους”. Εγώ δεν μπορούσα να γράψω φυσικά τέτοια πράγματα. Ευτυχώς η δασκάλα κάτι υποψιάστηκε και με απάλλαξε, δήθεν ότι ήμουν άρρωστος, για να μην αναγκαστώ είτε να αρνηθώ είτε να γράψω κάτι που θα μου επέβαλλε μια τιμωρία».
Το κλίμα αυτό της ιδεολογικής τρομοκρατίας και του αυταρχισμού δεν άφησε ανεπηρέαστο και το δυναμικό οικογενειών που είχαν στρατευτεί με το ΕΑΜ στην υπόθεση της Αντίστασης. Ο Σ.Κ. αφηγείται με πικρία τις ιστορίες πολλών νέων ανθρώπων, που είχαν δικούς τους ανθρώπους σκοτωμένους στον εμφύλιο ή εξόριστους και οι οποίοι όχι μόνο λύγισαν στις πιέσεις και στους εκβιασμούς αλλά πέρασαν και στη μεριά της αντίδρασης. Ρόλο σε αυτήν την εξέλιξη έπαιξε, σύμφωνα με τον Σ.Κ., η οργανωμένη προσπάθεια «ανάπλασης» και «ηθικής διαπαιδαγώγησης» της νεολαίας, μεγάλο μέρος της οποίας υλοποιήθηκε στις παιδουπόλεις της Φρειδερίκης από αναμορφωτές «ανώμαλους και παιδεραστές», ενώ μόνο «ένα μικρό μέρος κατόρθωσε να περισώσει τα οράματα και τα ιδανικά του».10

Η οργάνωση

Ο Σ.Κ., μαθητής ακόμα, ακολούθησε το ρεύμα προς τα αστικά κέντρα, πρώτα τη Λαμία και έπειτα την Αθήνα. Στη Λαμία τέλειωσε το Γυμνάσιο το 1955. Εκεί ανέπτυξε και τις πρώτες «επαναστατικές» πράξεις του· μετέφερε σημειώματα από και προς τις φυλακές ανηλίκων της πόλης, ενώ συμμετείχε και στη μαθητική διεκδίκηση ενάντια στο υποχρεωτικό κατηχητικό, αίτημα που τελικά ικανοποιήθηκε. Η περηφάνεια στην αφήγηση του Σ.Κ. για τις πρωτόλειες αυτές αγωνιστικές πράξεις του, αυθόρμητες και χωρίς καμία πολιτική καθοδήγηση, είναι μέχρι σήμερα εμφανής.
Με τη νεολαία της ΕΔΑ ήρθε σε επαφή από το 1954· τέσσερεις ήταν συνολικά οι μαθητές από το Γυμνάσιο της Λαμίας που είχαν ενταχθεί στην οργάνωση. Βέβαια η Νεολαία της ΕΔΑ συγκεκριμένη οργανωτική μορφή πήρε μόλις το 1956, όταν απέκτησε καταστατικό χάρτη, εξέλεξε όργανα, ανέπτυξε διαδικασίες, έγραψε μέλη.11 Τα προηγούμενα χρόνια, από το 1952– που αντικατέστησε την ΕΔΝΕ12– ως το 1956, η Νεολαία της ΕΔΑ παρέμενε μια «οργάνωση σφραγίδα» υπό την κηδεμονία του κόμματος. Μαζί με την οργανωτική συγκρότηση της νεολαίας, αναπτύχθηκε και μια κατεύθυνση αυτόνομης παρέμβασης σε ζητήματα που απασχολούν τη νεότητα, όπως η εκπαιδευτική πολιτική, η ανεργία και η μετανάστευση, οι οικονομικές διεκδικήσεις των φοιτητών και των εργαζόμενων νέων καθώς και το Κυπριακό. Η κύρια πολιτική δράση του έφηβου Σ.Κ. και των συντρόφων του στη Λαμία ήταν η προπαγάνδιση των θέσεων της οργάνωσης για το Κυπριακό και η συμμετοχή στις σχετικές κινητοποιήσεις. Δεν έλειψαν μάλιστα οι προσαγωγές και οι «εθιμοτυπικές» διαδικασίες στο αστυνομικό τμήμα της πόλης. Εκεί δημιουργήθηκε μάλλον και ο φάκελος του Σ.Κ., για τον οποίο έμαθε αργότερα, όταν πήγε στο στρατό.

Η οικοδομή

Πριν τελειώσει το σχολείο ο Σ.Κ. έρχεται στην Αθήνα και περνάει στις εξετάσεις του Εμπορικού Ναυτικού, επιστρέφει όμως στη Λαμία για να βγάλει το Γυμνάσιο. Τελικά δεν παρακολουθεί τη σχολή. Μετά το σχολείο πάντως εργάζεται για ένα διάστημα οκτώ μηνών σε τράπεζα, αλλά δεν αντέχει το περιβάλλον αυτό. Μέσα από τη δουλειά αυτή πιάνει επαφές με εργολάβους κι έτσι, αφού φεύγει από την τράπεζα, πιάνει δουλειά στην οικοδομή.
Ο Σ.Κ. βρίσκει στην οικοδομή τον φυσικό του χώρο. Δεν ήταν μόνο το ήταν ο μόνος χώρος στον οποίο μπορούσε να εργαστεί ένας αριστερός νέος χωρίς να του ζητείται πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων, ένας χώρος-άσυλο·13 ήταν κυρίως το ότι, για έναν νέο που αυτοπροσδιοριζόταν από πολύ νωρίς ως «επαγγελματίας-επαναστάτης», όπως ο Σ.Κ., η δουλειά στην οικοδομή πρόσφερε πολλές δυνατότητες: από ένα σημείο και μετά μπορούσε να διαλέξει ποιες μέρες θα δουλέψει και ποιες θα αφιερώσει στην πολιτική δουλειά, η συχνή αλλαγή εργοδοτών και η δυνατότητα αυταπασχόλησης τον απάλλασσε από την παρακολούθηση των χαφιέδων και της αστυνομίας, η σκληρή δουλειά– παρά την κούραση– τον κρατούσε σε εγρήγορση και ασκούσε το σώμα του, οι πιάτσες τού παρείχαν έναν σταθερό χώρο πολιτικής παρέμβασης.
Αρχικά στη Λαμία κι έπειτα στην Αθήνα, από τα τέλη του 1960, «ψευτοδουλεύει», όπως λέει, για να μαζέψει κομπόδεμα για τον στρατό και έρχεται σε επαφή με το εργατικό κίνημα. Λυπάται όμως, όπως φαίνεται, που δεν πρόφτασε να εμπλακεί ενεργότερα– λόγω και της επικείμενης στράτευσής του– στα γεγονότα της περιόδου. Και αυτά δεν ήταν καθόλου τυχαία. Η απεργία των οικοδόμων την 1η Δεκέμβρη του 1960 αποτέλεσε τομή στην ιστορία των εργατικών αγώνων. Την επόμενη ημέρα όλη η χώρα μιλούσε για το γεγονός αυτό, λόγω των σκληρών και παρατεταμένων συγκρούσεων των οικοδόμων με την αστυνομία, και γρήγορα προσέλαβε σημαντικές πολιτικές διαστάσεις. Η απεργιακή κινητοποίηση εκείνη ερμηνεύτηκε ως στοιχείο πολιτικής κρίσης, ως απότοκο ευρύτερων κοινωνικών διεργασιών που επιχειρούσαν να βάλουν τέλος στη μεταπολεμική «συναίνεση», και στο οποίο δοκίμαζε να παρέμβει η ανερχόμενη τότε Αριστερά αλλά και το υπό διαμόρφωση Κέντρο. Η απεργία αυτή, καθώς και άλλες που ακολούθησαν σύντομα, καθιέρωσαν την φιγούρα του οικοδόμου ως μπροστάρη των κοινωνικών κινημάτων της εποχής, ως την σαφέστερη «εκδοχή του λαϊκού ριζοσπαστισμού του ’60».14
Για τον Σ.Κ., που πρόφτασε μόνο τα απόνερα του κινήματος αυτού, η σημασία της απεργίας αυτής έγκειται στο ότι ήταν «η πρώτη φορά μετά το 1949 που οι καταπιεσμένες και εκμεταλλευόμενες μάζες αντιμετώπισαν με βία τη βία των οργάνων κρατικής καταστολής».15 Και δεν ήταν μόνο το γόητρο από τον σοβαρό τραυματισμό 70 περίπου χωροφυλάκων, όσο η ουσιαστική αγωνιστική ανάταση που ένιωσε ο κλάδος αυτός και το εργατικό κίνημα· από τον ανατολίτικο θρήνο του Καζαντζίδη και τον αναπόφευκτο δρόμο της μετανάστευσης μια ολόκληρη κοινωνία πέρασε στο αισιόδοξο μαρς του Θεοδωράκη και στο προσκήνιο της πολιτικής διεκδίκησης. Ήταν ασφαλώς ένα σημείο σταθμός για την πολιτική ριζοσπαστικοποίηση της νεολαίας.

Η νεολαία σηκώνει το κεφάλι

Στον στρατό ο Σ.Κ. πηγαίνει την περίοδο 1961-62, κι αφού έχει ήδη περάσει τις εξετάσεις– «χωρίς φροντιστήριο», καυχιέται– στο Χημικό της Αθήνας. Από γραφειοκρατική αμέλεια δεν τον στέλνουν σε στρατόπεδο ανεπιθύμητων, αλλά μένει σε τάγμα διαβιβάσεων, χωρίς ειδικότητα, με καθήκοντα να …κάνει μάθημα Μαθηματικών στην κόρη του λοχαγού. Ωστόσο οι συνθήκες ήταν δύσκολες, αφού ως φακελωμένος αριστερός ξεχώριζε από τους άλλους φαντάρους και δεν έλειψαν οι προβοκάτσιες εις βάρος του και οι τιμωρίες.
Απολύεται το 1962 και εγκαθίσταται μόνιμα στην Αθήνα, όπου δουλεύει στην οικοδομή και παρακολουθεί, όσο μπορεί, και τη σχολή. Η ταυτότητα του «εργάτη-φοιτητή» του δίνει αυξημένο κύρος μέσα στην οργάνωση και τον αναβαθμίζει στα μάτια των συντρόφων του. Η περίοδος αυτή είναι περίοδος έντονων πολιτικών και κοινωνικών διεργασιών, ιδιαίτερα στον χώρο της νεολαίας. Ο Σ.Κ. διαισθάνεται παντού γύρω του το κλίμα της αμφισβήτησης και τις συγκρούσεις γύρω από αυτό. Γράφει:
«Ένα μεγάλο μέρος της νεολαίας προσπάθησε να αντιδράσει σε αυτή τη μαζική λοβοτομή με τα ίδια μέσα. Φορούσε μπουφάν αλά Τζέιμς Ντιν και έδειχνε την ίδια “αντικοινωνική συμπεριφορά”. Προσπαθούσε με τις “άσεμνες” κινήσεις στο ρυθμό του ροκ εντ ρολ να προκαλέσει τη σεμνοτυφία του κατεστημένου. Τους πιο ζωηρούς τούς ονόμασαν τεντιμπόηδες και τους παρέλαβαν ο χωροφύλακας και ο δικαστής. Ο περιβόητος νόμος 4000, που δήθεν στρεφόταν ενάντια στον τεντιμποϊσμό, έγινε απειλή για κάθε νεολαιίστικη δραστηριότητα, ακόμα και πολιτιστική».16
Το φαινόμενο αυτό της νεανικής αμφισβήτησης, θυμάται ο Σ.Κ., έκανε την εμφάνισή του στις Η.Π.Α. από τα μέσα του ’50. Γίνεται αντιληπτό κυρίως στον κινηματογράφο και στη δισκογραφία, με τη Ζούγκλα του μαυροπίνακα, τον Έλβις Πρίσλεϊ, τον Τζέιμς Ντιν κ.ά., που προβάλλουν ένα νέο πρότυπο κοινωνικής συμπεριφοράς για τους νέους, ένα πρότυπο στο οποίο κυριαρχεί η απείθαρχη στάση απέναντι στην οικογένεια και τους κρατικούς θεσμούς, η επαναστατικότητα, η σεξουαλική απελευθέρωση, η διεκδίκηση της ελεύθερης αξιοποίησης του χρόνου κ.λπ.. «Στην Ελλάδα», προσθέτει ο Σ.Κ., «οι τάσεις αυτές φτάνουν μέσα σε ένα κλίμα πραγματικής ιδεολογικής και όχι μόνο τρομοκρατίας». Ο διχασμός της ελληνικής κοινωνίας σε «εθνικόφρονες» και «μιάσματα» είχε άμεση σχέση με το πώς αντιμετώπισαν το κράτος και οι διάφοροι θεσμοί τη νεολαία. Σύμφωνα με τον Σ.Κ., οι επιπτώσεις της καταστολής της απείθαρχης αυτής συμπεριφοράς ήταν πολύ βαρύτερες για τα παιδιά της εργατικής τάξης, για τους νέους με φάκελο, παρά για τα «παραστρατημένα» παιδιά της αστικής τάξης, των καλών οικογενειών. Όπως σημειώνει άλλωστε η Έφη Αβδελά, στα περισσότερα περιστατικά παραβατικής συμπεριφοράς των νέων που κατέληξαν σε συλλήψεις, οι νέοι αυτοί ήταν κυρίως από κατώτερα στρώματα, τεχνίτες και εργάτες.17
Πάντως, για να θυμηθούμε και το θεωρητικό πλαίσιο της εισαγωγής, ανάμεσα στις δύο ποιότητες της νεολαίας, την «πολιτική αμφισβήτηση» και την «αμφισβήτηση της καθημερινότητας», δεν υπήρχαν τείχη, σύμφωνα με τον Σ.Κ., αλλά μάλλον «αλληλεπίδραση»: η αμφισβήτηση της αριστερής νεολαίας άρχισε να «νομιμοποιείται» κοινωνικά και να επικοινωνεί με παιδιά της αστικής τάξης που δυσφορούσαν μέσα στο συντηρητικό οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον τους,18 ενώ τα μέλη της οργανωμένης αριστερής νεολαίας– κόντρα συχνά στις επιταγές της κομματικής ηγεσίας– δεν περιφρονούσαν τα στέκια και τις συνήθειες της μαζικής νεολαίας.19 «Μέσα στις παρέες των νέων που αμφισβητούσαν», λέει ο Σ.Κ., «εμείς αισθανόμασταν σαν ψάρια στο νερό». Γι’ αυτό και ο νόμος 4.000 στόχευε, σύμφωνα με τον Σ.Κ., κυρίως στο να στήσει ένα φράγμα προς την πολιτική ριζοσπαστικοποίηση της νεολαίας, να κόψει τα νήματα επικοινωνίας ανάμεσα σε αυτές τις δύο ποιότητες της νεολαιίστικης αμφισβήτησης.

Δύο, τρία, πολλά Βιετνάμ

Γρήγορα πάντως η πρωτόλεια αυτή αμφισβήτηση του κοινωνικού συντηρητισμού και του πολιτικού κατεστημένου, θα έπαιρνε πιο πολιτικές διαστάσεις, τουλάχιστον για ένα κομμάτι της νεολαίας. Σημαντικό ρόλο σε αυτό έπαιξαν οι διεθνείς εξελίξεις. Καταρχάς, τα αντιαποικιακά επαναστατικά κινήματα: Κίνα, Κούβα, Αλγερία, Βιετνάμ φαίνονταν να δικαιώνουν την απόφανση του Μάο ότι «ο ιμπεριαλισμός είναι μια χάρτινη τίγρη». Ο Μάο, ο Χο Τσι Μινγκ, ο Κάστρο και ο Τσε έγιναν διεθνή σύμβολα αμφισβήτησης και εξέγερσης. Δεν ήταν τυχαίο ότι οι μορφές αυτές επηρέασαν γενικότερα τη συμπεριφορά των νέων ανθρώπων και όχι μόνο των πολιτικοποιημένων, τον τρόπο ζωής τους, ακόμα και τη μόδα:
«Τα πουκάμισα με γιακά αλά Μάο, τα μαλλιά άφρο-λουκ, τα γένια και τα στρατιωτικά ρούχα που θύμιζαν Κούβα ανάγκασαν ακόμη και τους μετρ της υψηλής μόδας να τα πάρουν υπόψη τους».20
Επιπλέον, ας σημειώσουμε και μια εύστοχη παρατήρηση του Άγγλου ιστορικού Έρικ Χόμπσμπωμ· στα πρόσωπα του Γκεβάρα και του Κάστρο, οι νέοι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο έβλεπαν τότε μια έμπρακτη αμφισβήτηση όχι μόνο του κυρίαρχου πολιτικού συστήματος αλλά και ενός συνολικότερου παραδείγματος: ως την εποχή εκείνη ο πλανήτης κυβερνιόταν σχεδόν αποκλειστικά από μια απεχθή γεροντοκρατία, είτε στο δυτικό είτε στο σοσιαλιστικό μπλοκ, και σπάνια εύρισκε κανείς ηγέτη κάτω από τα 40. Όταν ο Κάστρο με τους συντρόφους τους έπαιρναν την εξουσία στην Κούβα (1959), ο ίδιος ήταν 32 χρονών και ο Τσε 30.21
Έπειτα ήταν και τα νεολαιίστικα κινήματα εντός των μητροπόλεων του Δυτικού Κόσμου που έπαιξαν τον ρόλο τους: ιδιαίτερα η αμερικανική κοινωνία συγκλονιζόταν από το κίνημα ενάντια στον πόλεμο στο Βιετνάμ, ενάντια στις φυλετικές διακρίσεις, ενάντια στα πυρηνικά όπλα. Τα αμερικανικά πανεπιστήμια φλέγονταν. Το πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϋ ήδη από τα μέσα του ’50, με το κίνημα για την ελευθερία λόγου, ανοίγει το δρόμο. Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ μπαίνει στο πάνθεο των νεανικών ηρώων. Νέα ρεύματα και κοινωνικές πρακτικές επηρεάζουν τη νεολαιίστικη σκέψη: οι Γάλλοι καταστασιακοί (Guy Debord), οι Ολλανδοί Provos, οι Αμερικανοί Weathermen, τα γαλλικά Μαύρα Μπουφάν (blousons noirs). Η νεολαία σε όλο τον κόσμο φαινόταν να ριζοσπαστικοποιείται ραγδαία, στα πλαίσια μιας εκπληκτικά διεθνιστικής κουλτούρας. Οι «παρεκτραπέντες» ή «αντικοινωνικοί» νέοι της δεκαετίας του ’50 θα μετατραπούν στους οργισμένους νέους του ’60, με αποκορύφωμα το κίνημα του ’68 στην Ευρώπη και την Αμερική. Η προσωπική απελευθέρωση και η κοινωνική απελευθέρωση θα πήγαιναν πλέον χέρι-χέρι.

Η γενιά του Ζήτα

Σημείο τομή για την πολιτική ριζοσπαστικοποίηση της νεολαίας υπήρξε η δολοφονία Λαμπράκη και η συνακόλουθη πρωτοβουλία της ΕΔΑ για την ίδρυση μιας ευρύτερης νεολαιίστικης οργάνωσης που θα έφερε το όνομα του δολοφονημένου λαοφιλούς αγωνιστή: Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη. Η ίδρυση της οργάνωσης αυτής, παρά το γεγονός ότι έγινε από τα πάνω, υπήρξε ένα γεγονός που εξέφρασε το σύνθημα των ημερών μετά τη δολοφονία Λαμπράκη «Κάθε νέος και Λαμπράκης» και συναντήθηκε με την αυθόρμητη απάντηση της νεολαίας απέναντι στην κρατική βία και στην εξουσία των παρακρατικών μηχανισμών.
Η οργάνωση προσπάθησε εξαρχής να διασφαλίσει έναν χαρακτήρα αυτονομίας από την ΕΔΑ και ενέταξε στη δράση της ένα ευρύτερο κομμάτι της νεολαίας που ασφυκτιούσε μέσα σε ένα συντηρητικό κοινωνικό και πολιτιστικό περιβάλλον. Στόχος της ήταν «να μυήσει σε όρους πολιτικούς ένα νεολαιίστικο μέτωπο με πολιτιστικό και κοινωνικό περιεχόμενο και να μετασχηματίσει μια κομματική οργάνωση σε μαζικό πολιτικό χώρο υπογραμμίζοντας την πολιτιστική και κοινωνική διάσταση του νέου πολιτικού χαρακτήρα του».22 Οι λέσχες της οργάνωσης που άνοιξαν σε όλες τις μεγάλες πόλεις και σε κάθε γειτονιά της Αθήνας έγιναν το κύτταρο της επικοινωνίας όχι μόνο της πολιτικοποιημένης νεολαίας αλλά και όσων νέων αναζητούσαν τους όρους μιας ανανεωμένης κοινωνικής επαφής, μακριά από τα κοινωνικά ταμπού και από την επιτήρηση των γονιών τους. Αυτή ήταν η νεολαία που θα έβαζε αργότερα το στίγμα της στα συγκλονιστικά γεγονότα των Ιουλιανών του ’65.
Σε κάθε περίπτωση, οι πολιτικοποιημένοι νέοι της δεκαετίας του ’60 ορμούν δυναμικά στην κεντρική πολιτική σκηνή, ιδιαίτερα μετά το 1963. Το όραμα μιας ανανεωμένης κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας δεν προσλαμβάνεται ως ουτοπία από αυτούς. Είναι, αντίθετα, ιδιαίτερα το τέλος των κυβερνήσεων της Δεξιάς το 1963 που ενισχύει τη πεποίθησή τους ότι η περίοδος αυτή θα μπορούσε να σημάνει την έναρξη ευρύτερων πολιτικών και κοινωνικών ανατροπών. «Πιστεύαμε πραγματικά τότε ότι υφίσταται το τέλος της αμερικανοκρατίας στην Ελλάδα και ότι ήταν πιθανό να ενταχθούμε κι εμείς καταρχάς στους Αδέσμευτους», λέει ο Σ.Κ..
Η δυναμική ριζοσπαστικοποίηση πάντως της νεολαίας ερμηνεύεται από τον Σ.Κ. και με ψυχολογικούς, εκτός από πολιτικούς, όρους. Η γενιά αυτή δεν αντέχει την στασιμότητα και κοινωνική ηρεμία, ζορίζεται, πλήττει, ασφυκτιά. Είναι η γενιά που δεν βρίσκει με τίποτα ικανοποίηση, όπως διακηρύσσει το τραγούδι-ύμνος της γενιάς αυτής, το Satisfaction των Rolling Stones. «Από τότε», λέει ο Σ.Κ., «ονειρευόμουν το ταξίδι μέσα στη φλόγα της επανάστασης, στην Κούβα».

Η χαμένη άνοιξη

Στην Ελλάδα το φοιτητικό κίνημα, υπό την καθοδήγηση της Αριστεράς, δείχνει σημάδια ακμής πριν ακόμα τις πολιτικές ανακατατάξεις. Η βασική προϋπόθεση για αυτό ήταν ασφαλώς η απότομη μαζικοποίησή του λόγω των δημογραφικών μεταβολών, της εσωτερικής μετανάστευσης, των αλλαγών στην οικονομία και των εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 τα πανεπιστήμια γίνονται πεδία ανάδειξης ενός μάχιμου νεανικού ακτιβισμού που δεν μένει στις εθνικές διεκδικήσεις της προηγούμενης περιόδου (βλ. Κύπρος) αλλά διεκδικεί σημαντικά αιτήματα τόσο οικονομικά («15% για την παιδεία», «Προίκα στην παιδεία, όχι στη Σοφία») όσο και πολιτικά («1-1-4»). Με την οργάνωση Πανσπουδαστικών Συνεδρίων, την έκδοση περιοδικών, τους αγώνες για την ειρήνη και τον αφοπλισμό, την πάλη για εκδημοκρατισμό στην ελληνική κοινωνία, η πολιτικοποιημένη νεολαία έρχεται στο προσκήνιο με καθαρές προτάσεις και συγκεκριμένο περιεχόμενο. Παράλληλα, η πολιτικοποιημένη νεολαία δίνει την αίσθηση ότι δεν ελέγχεται από τα κόμματα του Κέντρου και της Αριστεράς, ότι βγαίνει έξω από τα ορισμένα πλαίσια της καθιερωμένης πολιτικής παρέμβασης, ότι φλερτάρει ανοιχτά με μια κοινωνική «ανταρσία».23
Επιπλέον, στην Αθήνα ανθίζουν οι λαϊκές συναυλίες και οι μπουάτ, που συχνά αποτελούν ορμητήρια για πετροπόλεμο της νεολαίας με την αστυνομία. Μια «μαχόμενη» κουλτούρα με προτάσεις για την τέχνη, τα γράμματα και τον πολιτισμό διαμορφώνεται μαζί και παράλληλα με τις οικονομικές διεκδικήσεις και τα πολιτικά αιτήματα της νεολαίας. Κι ενώ στο κομμάτι αυτό της πολιτιστικής άνοιξης κυριαρχεί το πολιτικό τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη, η νεολαία ταυτίζεται περισσότερο με νεότερους δημιουργούς που εκφράζουν πιο άμεσα τη γενιά του «1-1-4», τη γενιά «με τα μαλλιά και τα μαύρα ρούχα». Η πιο χαρακτηριστική μορφή του ρεύματος αυτού ήταν ο Διονύσης Σαββόπουλος· το Φορτηγό του (1965) ήταν, σύμφωνα με τον Σ.Κ., «πραγματικά μια πρόκληση στην αστική και κομματική σεμνοτυφία και ταυτόχρονα ένα φτύσιμο στο πρόσωπο του καλλιτεχνικού κατεστημένου».24 Αργότερα όμως ο Σαββόπουλος υιοθέτησε έναν λόγο δυσνόητο, απολίτικο και εντελώς προσωπικό (Το περιβόλι του τρελού, 1969) εκφράζοντας έτσι «με μοναδικό τρόπο την ευαισθησία, τη σύγχυση, την ηττοπάθεια και τη διάλυση του κινήματος της γενιάς του “114”».25 Ο Σ.Κ. του σήμερα πάντως αναγνωρίζει κυρίως στον Λουκιανό Κηλαϊδόνη τον πιο χαρακτηριστικό και έντιμο εκφραστή της κουλτούρας της γενιάς αυτής.

Από ρήξη σε ρήξη

Ο Σ.Κ. είναι δραστήριο μέλος της Νεολαίας της ΕΔΑ και αργότερα της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη. Μέσα του ξυπνάει όμως από νωρίς, ήδη από την περίοδο της οργάνωσής του, μια σειρά αμφιβολιών για την κατεύθυνση της πολιτικής παρέμβασης του χώρου του, για την ιδεολογική του συνέπεια, για τα όρια της δυναμικής του. Ο Σ.Κ. συγκλονίζεται όταν το 1956 τα σοβιετικά στρατεύματα χτυπούν το πλήθος που διαδηλώνει στη Βουδαπέστη. Πέρα από τον γενικότερο προσανατολισμό της διαμαρτυρίας αυτής, ο έφηβος ακόμα Σ.Κ. δεν μπορεί να καταλάβει «πώς γίνεται ο στρατός ενός σοσιαλιστικού κράτους να στρέφεται εναντίον μιας διαδήλωσης νέων που τραγουδούν τη Διεθνή». Αργότερα, έρχεται σε επαφή με τα γεγονότα της ισπανικής επανάστασης, την ήττα της οποίας αποδίδει στην πολιτική των επίσημων ΚΚ και της Κομιντέρν. Σιγά-σιγά συνειδητοποιεί και τις μεταλλάξεις της πολιτικής της ΕΔΑ και του ΚΚΕ υπό την επίδραση των διεθνών εξελίξεων στο κομμουνιστικό κίνημα. Η πολιτική της «ειρηνικής συνύπαρξης» και η θεωρία για το «ειρηνικό πέρασμα στον σοσιαλισμό» που επιβάλλονται μετά το 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ προκαλούν δυσφορία στον Σ.Κ. και σε ένα ολόκληρο κομμάτι της πιο πολιτικοποιημένης νεολαίας.
Τα αποτελέσματα της στροφής αυτής γίνονται άμεσα αντιληπτά και στην πολιτική της ΕΔΑ στο εσωτερικό: η ηγεσία της κατηγορείται για «λεγκαλισμό» και ηττοπάθεια· όχι μόνο δεν τίθεται θέμα αμφισβήτησης των «σχέσεων παραγωγής» αλλά ούτε καν πολιτειακό ζήτημα, ενώ προκρίνεται μια πολιτική συνεργασίας με άλλα «προοδευτικά» κόμματα, υιοθετούνται «δημοκρατικά» αιτήματα και αναγνωρίζεται η ανάγκη στήριξης των συμφερόντων της εθνικής αστικής τάξης στα πλαίσια του διεθνούς ανταγωνισμού. Καθώς αυτή ήταν μια γραμμή που δεν ευνοούσε την ανάπτυξη εργατικών αγώνων και αναιρούσε κάθε προσδοκία κοινωνικής αλλαγής, μεγάλο μέρος της νεολαίας την αμφισβητεί έμπρακτα.
Εκτός από τις μικρές ομάδες των τροτσκιστών που προϋπάρχουν σε όλη την Ευρώπη μέσα στα μαζικά αριστερά κόμματα, νέες πολιτικές ομαδοποιήσεις σχηματίζονται τώρα, αμφισβητώντας την κυρίαρχη γραμμή της ΕΔΑ, και δρουν εντός και εκτός της. Τέτοιες είναι λ.χ. οι ομάδες που δεν συμφωνούσαν με την καθαίρεση Ζαχαριάδη και την στροφή του κομμουνιστικού κινήματος διεθνώς και οι οποίες σχημάτισαν σε όλο τον κόσμο το λεγόμενο «αντιρεβιζιονιστικό» ρεύμα του μαρξισμού-λενινισμού. Ο Σ.Κ. επηρεάζεται περισσότερο από τους τροτσκιστές, αλλά δεν τους εμπιστεύεται λόγω της στάσης τους κατά τη διάρκεια της κατοχής και της αντίστασης. Συμμετέχει έτσι σε μικρότερες ομάδες που τις συνέχει καταρχάς μια πεποίθηση ότι ο αυταρχισμός του κράτους είναι τόσο ισχυρός και απροκάλυπτος που όλοι οι θεσμικοί τρόποι πολιτικής παρέμβασης είναι καταδικασμένοι σε αποτυχία. Οι ομάδες αυτές υποψιάζονταν ότι η κοινοβουλευτική περίοδος έκλεινε και άνοιγε μια περίοδος πάλης με εξωκοινοβουλευτικά μέσα. Πρότυπο των ομάδων αυτών ήταν η κουβανική επανάσταση και η θεωρία των «εστιών», η οποία φαινόταν να ταιριάζει περισσότερο στις συνθήκες των αναπτυγμένων χωρών. Ο Σ.Κ. έτσι γίνεται «γκεβαριστής». Δεν αποχωρεί όμως αυτός μαζί με τους συντρόφους του από την ΕΔΑ και την ΔΝΛ· καθώς ο κύριος κορμός του μαζικού κινήματος εξακολουθούσε να βρίσκεται κάτω από την ομπρέλα της ΕΔΑ, ήταν προτιμότερο η ομάδα αυτή να μείνει στο κόμμα, φτιάχνοντας μια φράξια εντός του, η οποία θα διαμόρφωνε μια ανεξάρτητη πολιτική, και κερδίζοντας κι άλλο κόσμο στην κατεύθυνση αυτή.
Ο Σ.Κ. δεν ήταν βέβαια μόνος, αλλά εξέφραζε ένα ολόκληρο τμήμα της ΔΝΛ το οποίο είχε αποκτήσει ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά με έντονες ροπές ανεξαρτησίας και αυτοκαθορισμού. Σε αυτό συνέτειναν το σφρίγος της νεότητας γενικότερα, η απουσία βιωμάτων της ήττας του 1949, η πολιτική τους προέλευση και πέρα από τον παραδοσιακό χώρο της Αριστεράς, οι εμπειρίες από τις μάχες στα πανεπιστήμια με τους ΕΚΟΦίτες και τους ασφαλίτες και από τους δημοκρατικούς αγώνες της περιόδου. Η επίσημη Αριστερά δεν κατάφερε να ενσωματώσει το νέο αυτό πολιτικό στοιχείο, αδυνατούσε να κατανοήσει το νέο πολιτικό αέρα που έφερνε η νεολαία και γι’ αυτό ενεργοποίησε αμυντικά αντανακλαστικά απέναντί τους: διέλυσε οργανώσεις, διέγραψε και απομόνωσε αγωνιστές.26

Ιουλιανά

Σημείο τομή για τις αποφάσεις της ομάδας του Σ.Κ. για πιο δυναμικές ενέργειες υπήρξαν τα Ιουλιανά και η δολοφονία του Σωτήρη Πέτρουλα από την αστυνομία στις 21 Ιούλη 1965. Δεν ήταν μόνο το βασιλικό πραξικόπημα και η αποστασία, ούτε η αστυνομική καταστολή και η βία των Ιουλιανών που έδιναν στον Σ.Κ. την εντύπωση του ατελέσφορου της νόμιμης πολιτικής πάλης. Ήταν κυρίως η αδιέξοδη γραμμή της ΕΔΑ που ακολουθούσε τη συμβιβαστική γραμμή Παπανδρέου, που δεν εμπιστεύονταν τη δύναμη των μαζών και δεν έθετε πολιτειακό ζήτημα, που κρατούσε τις κινητοποιήσεις εντός των ορίων της αστικής νομιμότητας. Για τον Σ.Κ., διαφαινόταν μια σαφής απόσταση ανάμεσα στις διαθέσεις της λαϊκής βάσης και στις επιταγές της ηγεσίας της ΕΔΑ. Πίστευε, όπως φαίνεται, πραγματικά ότι την περίοδο εκείνη είχαν δημιουργηθεί αντικειμενικά «επαναστατικές συνθήκες» για μια μεγάλη πολιτική και κοινωνική αλλαγή και ότι η ηγεσία της ΕΔΑ δεν θέλησε ούτε μπόρεσε να κατευθύνει τη λαϊκή δυναμική σε ριζική αντιπαράθεση με το κράτος της Δεξιάς και το αστικό κατεστημένο. Η δολοφονία ιδίως του Πέτρουλα, «του πρώτου νεκρού της γενιάς μας», όπως σημειώνει ο Σ.Κ., είχε εξοργίσει τη νεολαία. Γράφει:
«…ο θάνατος του Πέτρουλα, που πραγματικά ήταν ένα χαρισματικό παλικάρι, είχε ξεσηκώσει τη γενική οργή. Ως πότε οι βρικόλακες της αντίδρασης θα σκότωναν ό,τι καλύτερο πήγαινε να γεννήσει το έθνος αυτό; […] Οι πιο νέοι […] θεώρησαν το φονικό αυτό σαν κήρυξη πολέμου εναντίον τους και ετοιμάζονταν να απαντήσουν».27
Ως σήμερα μάλιστα ο Σ.Κ. θυμώνει με την προσπάθεια του ΚΚΕ και της ΕΔΑ να οικειοποιηθούν τον Πέτρουλα. Γνώριζε καλά ότι ο Πέτρουλας ήταν άνθρωπος της δράσης, είχε πολύ προωθημένες πολιτικές απόψεις, είχε έρθει σε σύγκρουση με την ηγεσία της ΔΝΛ, είχε διαγραφεί λίγο καιρό πριν τη δολοφονία του και στο μεταξύ είχε συγκροτήσει μια μικρή πολιτική κίνηση. Η ηγεσία της ΕΔΑ όμως επιχείρησε και κατάφερε τελικά να νομιμοποιήσει την πολιτική της, πατώντας πάνω στον τάφο του Πέτρουλα και κρύβοντας την αλήθεια. Ένα μεγάλο μέρος της νεολαίας απομακρύνθηκε τότε από το κόμμα και προσανατολίστηκε σε άλλες κατευθύνσεις. «Εμάς τους κάπως μεγαλύτερους», λέει ο Σ.Κ., «μας πήραν τότε σχεδόν όλους από την νεολαία και μας έβαλαν στο κόμμα», σε μια προσπάθεια προφανώς να διαχειριστεί η ηγεσία της ΕΔΑ την ανεξέλεγκτη κατάσταση στον χώρο της νεολαίας.

Ανάμεσα στην σκέψη και την πράξη

Το διάστημα ανάμεσα στα Ιουλιανά και τη δικτατορία κυριαρχεί μια εσωστρέφεια και μια αγωνιστική υπαναχώρηση· «πολύς κόσμος πήγε στο σπίτι του», λέει ο Σ.Κ., «μόνο κάποιοι λίγοι μείναμε ενεργοί και προβληματισμένοι». Η πολιτική δράση του Σ.Κ. και των συντρόφων του ταλαντεύεται «ανάμεσα στη σκέψη και την πράξη». Είχαν συγκροτήσει ιδιαίτερη ομάδα, φράξια, μέσα στη ΔΝΛ, και επεξεργάζονταν τα επόμενα βήματά τους. Εκκινούσαν από την αντίληψη πως «δεν μπορείς όταν οι άλλοι έχουν όπλα να πηγαίνεις με το σταυρό στο χέρι». Ως πολιτικός στόχος τους προσδιοριζόταν η έμπρακτη αμφισβήτηση του μετεμφυλιακού πολιτικού συστήματος, η οποία θα μπορούσε να επιτευχθεί στη βάση μιας άρτιας στρατιωτικής οργάνωσης του εργατικού κινήματος, καθώς θεωρούνταν πως μόνο έτσι θα μπορούσε να αντιπαρατεθεί αυτό με τις δυνάμεις του αυταρχικού κράτους, το οποίο μάλιστα απειλούσε και με πραξικόπημα. Για το σκοπό αυτό χρειαζόταν να τραβηχτούν στη μάχη αυτή η πλειοψηφία των μελών και οπαδών της ΕΔΑ.
Φάρος στην προσπάθεια αυτή ήταν ο Γκεβάρα και η «θεωρία του εστιασμού», μια εκδοχή του ανταρτοπόλεμου, την οποία καταβλήθηκε προσπάθεια να την προσαρμόσουν στα ελληνικά δεδομένα. Ο Σ.Κ. υπολόγιζε πως το δυναμικό που θα αναλάμβανε αυτή την προσπάθεια, ο «στρατός της επανάστασης», ήταν γύρω στους 2.000-3.000 αγωνιστές, μέλη της ΕΔΑ, άλλων εξωκοινοβουλευτικών οργανώσεων και ανένταχτοι. Παραδέχεται όμως ότι σε πρώτη φάση η πρωτοπορία δεν θα ήταν πάνω από 20-30 άτομα! Πάντως οι αποφάσεις αυτές της ομάδας του Σ.Κ. δεν είχαν στον ορίζοντά τους μια μακρινή ουτοπία:
«Μέσα στην περίοδο της γενικής ανάτασης του Ιούλη του ’65 μπροστά στα μάτια τους άνοιξαν νέοι ορίζοντες. Το έντονο ενδιαφέρον για την πολιτική, η υποχώρηση του ατομικού συμφέροντος μπροστά στο γενικό, η αλληλεγγύη, η διάθεση για ανιδιοτελή προσφορά, όλα αυτά άφησαν να διαφανεί η ελπίδα για έναν νέο κόσμο χωρίς καταπίεση και εκμετάλλευση. Ο τύπος του νέου ανθρώπου που μισοφαινόταν μέσα στα γραπτά του Μαρξ, του Μπακούνιν και του Γκεβάρα είχε αρχίσει να παίρνει σάρκα και οστά μέσα στην παραζάλη των οδοφραγμάτων».28
Τον Σ.Κ. ωστόσο δεν τον απασχολούσε τόσο η απουσία της «κρίσιμης μάζας», ούτε η θεωρητική επεξεργασία των ζητημάτων του ανταρτοπόλεμου, ούτε ακόμα και οι δυσκολίες της στρατιωτικής εκπαίδευσης των αγωνιστών. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον ότι, τόσο στο βιβλίο του29 όσο και στη σημερινή του αφήγηση, τονίζει μια ιδιαίτερη μορφή δυσκολίας για την ανάληψη βίαιων ενεργειών: την ανθρώπινη συγκίνηση. «Δεν είναι εύκολο έναν άνθρωπο που τον βλέπεις για πρώτη φορά να σηκώνεις το όπλο και να τον χτυπήσεις», λέει ο Σ.Κ.. Και συνεχίζει:
«Για να φτάσει κάποια στιγμή ένας άνθρωπος να σκοτώνει έναν άλλο άνθρωπο και μάλιστα εν ψυχρώ, αυτό σημαίνει ότι χάνει σιγά-σιγά την ιδιότητα του ανθρώπου, αποκτηνώνεται. Ο άνθρωπος αυτός πρέπει να συνηθίσει να μην τον ενοχλεί αυτό τσίμπημα το της ενοχής, αυτή η σκληρότητα. Ο ένοπλος αγωνιστής χάνει ένα μέρος της ανθρωπιάς του».
Στην αφήγηση του Σ.Κ. η επιμονή στη δικαίωση της τακτικής του ένοπλου αγώνα, από τη μια, και η αναγνώριση της απάνθρωπης πρακτικής που υιοθετείται με την επιλογή αυτή, από την άλλη, δίνουν αδυσώπητη μάχη. Επικρατεί τελικά μάλλον μια «ωφελιμιστική»– με την πρωταρχική, φιλοσοφική, έννοια του όρου– αντίληψη της πολιτικής, που θέλει τον σκοπό να δικαιώνει σε σημαντικό βαθμό και τα μέσα που θα χρησιμοποιηθούν για την επίτευξή του. Η εκτέλεση του σκύλου ενός βιομήχανου που έκανε η ομάδα του Σ.Κ. στα πλαίσια της στρατιωτικής της προετοιμασίας στη μέση σημερινή συνείδηση θα αποτελούσε αποτρόπαιη πράξη. Για τον Σ.Κ. όμως και την ομάδα του ήταν μια απλή ενέργεια που εξέφραζε την απόφασή τους να αντιμετωπίσουν με τα ίδια σκληρά μέσα το εγκληματικό πολιτικό και κοινωνικό σύστημα. «Έτσι φάνηκε ότι ήμασταν έτοιμοι», λέει ο Σ.Κ.· εκ των υστέρων αναγνωρίζει όμως ότι η γενιά του δεν κατάφερε να ξεπεράσει αυτό το όριο της συγκινησιακής φόρτισης και δεν συγκρότησε ποτέ μαζικό ρεύμα ένοπλης βίας και πολιτικής τρομοκρατίας.

Ο μπιντές και τα όρια της αριστερής πολιτικής

Οι δυσκολίες λοιπόν της απόφασης του Σ.Κ. για το πέρασμα στον ένοπλο αγώνα δεν είναι ασήμαντες. Πριν την δικτατορία νιώθει γύρω του ένα «τείχος σιωπής», μια προσπάθεια πολιτικής απομόνωσης του ίδιου και των ιδεών του. Και αλήθεια είναι ότι οι κυρίαρχες απόψεις στην Αριστερά, ακόμα και στον νεολαιίστικο χώρο, δεν προκρίνουν μια βίαιη αντιπαράθεση με την πολιτική εξουσία αλλά κυριαρχούν προσπάθειες εξασφάλισης δημοκρατικών προϋποθέσεων και διαδικασιών. Η Αριστερά λίγο πριν το πραξικόπημα ετοιμάζεται για εκλογές.
Η κατάσταση αυτή, η απομόνωση από τους συντρόφους του αλλά και η κοινωνική αταραξία, προκαλεί στον Σ.Κ. ένα αίσθημα «ασφυξίας»:
«Τις παραμονές του πραξικοπήματος επικρατούσε μια γαλήνη παρόμοια με αυτή που επικρατεί πριν ξεσπάσει θύελλα. Οι μικροπωλητές είχαν ήδη εμφανιστεί στους κεντρικούς δρόμους, τα μαγαζιά είχαν στολίσει τις βιτρίνες τους με πασχαλινά είδη και ο κόσμος έκανε τα ψώνια του περιμένοντας το Πάσχα. […] Αρχίσαμε να πιστεύουμε ότι η Ελλάδα ήταν μια χώρα όπου κυριαρχούσε μια μικροαστική θάλασσα που έπνιγε το μικρό προλεταριάτο και την επαναστατική πρωτοβουλία».30
Κεντρική θέση στο βίωμα της ολοκληρωτικής μικροαστικής επικράτησης έχει στη συνείδηση του Σ.Κ. το σχέδιο της «αντιπαροχής», όχι ως μια απλή πρακτική στο επίπεδο της οικονομίας αλλά κυρίως ως ένα κυρίαρχο ιδεολογικό εποικοδόμημα. Η «κουλτούρα του διαμερίσματος» εκμαύλιζε, σύμφωνα με τον Σ.Κ., τις συνειδήσεις των λαϊκών ανθρώπων και αποπροσανατόλιζε τις προσπάθειές τους από τα πολιτικά τους καθήκοντα:
«Το σαλόνι, οι κρεβατοκάμαρες με τα λουστραρισμένα πατώματα, τα είδη υγιεινής στις τουαλέτες, ο μπιντές έγιναν το όνειρο και ο λόγος ύπαρξης για εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους, που αφού απότυχαν να λύσουν συλλογικά τα προβλήματά τους προσπαθούσαν να βρουν μια λύση από μόνοι τους».31
Θυμίζοντας την εξαιρετικά καίρια συλλογή διηγημάτων του Μάριου Χάκκα Ο Μπιντές και άλλες ιστορίες, ο Σ.Κ. ισχυρίζεται ότι ολόκληρη η ελληνική κοινωνία είχε καταληφθεί λίγο πριν το πραξικόπημα του 1967 από την «ιδεολογία του μπιντέ»· κι ως μέρος της κοινωνίας αυτής κι η επίσημη Αριστερά «προσπαθεί να φτιάξει το νοικοκυριό της, τις νόμιμες οργανώσεις της, τους δημάρχους της και τέλος τον μπιντέ της, την κοινοβουλευτική της ομάδα».32 Έτσι δεν αντιλήφθηκε ούτε τα σχέδια για το πραξικόπημα, ούτε επιχείρησε να οργανώσει το λαϊκό κίνημα για να αντιμετωπίσει ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Παρά την κατάσταση αυτή, τις μεγάλες αυτές ευθύνες της Αριστεράς έδειχνε διάθεση να τις επωμιστεί η μικρή ομάδα του Σ.Κ. και ετοιμαζόταν να αναλάβει άμεσα δράση. Δεν πρόλαβε όμως· στις 21 Απριλίου 1967 τους πρόφτασε η δικτατορία.

Επίλογος

Θέσαμε το τελικό χρονικό όριο του πεδίου μας στην έναρξη της δικτατορίας, όχι με τη λογική της τομής που έβαζε πρόωρο τέλος στη δεκαετία του ’60, αλλά επειδή οι βασικές πολιτικές και κοινωνικές κατευθύνσεις της ριζοσπαστικοποιημένης νεολαίας είχαν ήδη διαμορφωθεί και εκδηλωθεί νωρίτερα, στο ορόσημο των Ιουλιανών. Ο Σ.Κ., όπως και ένα σημαντικό κομμάτι της πολιτικοποιημένης νεολαίας, είναι από πολύ νωρίτερα πεισμένος ότι κάθε ειρηνική και κοινοβουλευτική πολιτική παρέμβαση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και αποφασισμένος να αναλάβει δυναμικές ενέργειες. Ήταν λοιπόν αναμενόμενο πως και κατά τη διάρκεια της χούντας θα έβρισκε τρόπους να αναλάβει δράση ενάντια στο καθεστώς, παρά τις δυσκολότερες συνθήκες που διαμορφώθηκαν. Το ίδιο θα έκαναν και ορισμένοι άλλοι από τη γενιά του Σ.Κ. και των Λαμπράκηδων, με χαρακτηριστικότερη περίπτωση τον Αλέξανδρο Παναγούλη. Επίσης, ένα άλλο, νεότερο τμήμα της νεολαίας μέσα στη χούντα θα διαμόρφωνε κι αυτό νέα ριζοσπαστικά πολιτικά χαρακτηριστικά, υπό την επίδραση του Μάη του ’68, και θα έκανε αργότερα το Πολυτεχνείο.
Παρά το γεγονός πάντως ότι τα γεγονότα της περιόδου αυτής ξεφεύγουν από τα ενδιαφέροντα της εργασίας αυτής, δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε ορισμένα κομβικά σημεία της πορείας του Σ.Κ. μετά το πραξικόπημα: το ταξίδι του στο Παρίσι, στις ΗΠΑ και στην Κούβα, την εμπειρία της παρανομίας στην Ελλάδα και ιδιαίτερα τη φάση στην Τήνο (όπου μετέτρεψε σε γιάφκα το εργαστήριο του Γιαννούλη Χαλεπά), τη σύλληψή του στη Θεσσαλονίκη μαζί με άλλα μέλη της Λαϊκής Πάλης λίγο πριν την τοποθέτηση εκρηκτικού μηχανισμού, την ανάκριση, τη δίκη και την ισόβια καταδίκη του, την εμπειρία της φυλακής, την αποφυλάκιση στα πλαίσια της «φιλελευθεροποίησης» του Μαρκεζίνη, τη συμμετοχή του στα γεγονότα του Πολυτεχνείου, πάντα στο πλευρό των «προβοκατόρων»33 που πρωτοστάτησαν και, τέλος, την επιστράτευση μετά τα γεγονότα της Κύπρου.
Ο «αποχαιρετισμός στα όπλα» ήρθε για τον Κατσαρό με την πτώση της δικτατορίας, τη μεταπολίτευση και με το πέρασμα σε νέες μορφές πολιτικής δράσης στα πλαίσια ενός εργατικού κινήματος που έμελλε να είναι ιδιαίτερα διεκδικητικό. Η επανάσταση και η ουτοπία δεν έφυγαν ποτέ από το μυαλό του και πάλεψε για αυτά με όλα τα μέσα. Σήμερα διαπιστώνει κάπως μελαγχολικά:
«Παντρεύτηκα και έκανα παιδιά και είμαι πολύ ικανοποιημένος για αυτό. Ο γάμος μου μού έσωσε τη ζωή και μου πρόσφερε πολλές χαρές. Αν δεν είχα γνωρίσει τη σύντροφό μου όμως, η καρδιά μου σίγουρα θα με έβγαζε κάποια στιγμή σε κάποια χώρα που θα πάλευαν οι καταπιεζόμενοι ενάντια στους καταπιεστές τους, κι έπειτα σε άλλη χώρα, και σε άλλη κ.ο.κ.. Δεν μπορούσα να κάτσω στ’ αβγά μου. Η προτροπή του Τσε με στοίχειωνε: δύο, τρία, πολυάριθμα Βιετνάμ».

____________________
Παραπομπές-σημειώσεις
1. Κατσάπης Κώστας, Το «πρόβλημα νεολαία». Μοντέρνοι νέοι, παράδοση και αμφισβήτηση στη μεταπολεμική Ελλάδα 1964-1974, Αθήνα, Εκδόσεις Απρόβλεπτες, 2013, σ. 15-18.
2. Κορνέτης Κώστας, Τα παιδιά της δικτατορίας, Αθήνα, Πόλις, 2015, σ. 60. Συμβατικά, η πρώτη γενιά (ως κοινωνικό και όχι ως βιολογικό φαινόμενο) αναφέρεται σε παιδιά γεννημένα από το 1944 ως το 1949 και η δεύτερη από το 1950 ως το 1954.
3. Κατσάπης Κώστας, ό.π., σ. 19.
4. Αναφορά στην ταινία-μαρτυρία του Ρομέν Γκουπίλ για τον Μάη του ’68 «Να πεθαίνεις στα 30» (Mourir A 30 Ans – 1982).
5. Ο θάνατος– από αίτια που συνδέονται με τη χρήση ουσιών– τριών σπουδαίων μουσικών της ροκ σε ηλικία 27 ετών, του Τζίμι Χέντριξ, της Τζάνις Τζόπλιν και του Τζιμ Μόρισσον, οι οποίοι αποτελούσαν πρότυπα για τη νεολαία του ‘60, φαινόταν να «δικαιώνει» τον παραπάνω χαρακτηρισμό και να δημιουργεί έναν μύθο που επανεμφανίστηκε αρκετές φορές στο μέλλον (λ.χ. Κερτ Κομπαίην, Έιμι Γουάινχαουζ).
6. Κατσαρός Στέργιος, Εγώ ο προβοκάτορας, ο τρομοκράτης. Η γοητεία της βίας, Αθήνα, Μαύρη Λίστα, 1999.
7. Κατσαρός Στέργιος, ό.π., σ. 55-56. Αναφέρεται στη διαδήλωση της 20ης Αυγούστου 1965.
8. Δόθηκε στις 23-2-2019. Τα στοιχεία και οι πληροφορίες που αντλήθηκαν από τη συνέντευξη παρατίθενται στο σώμα της αφήγησης, σε ελεύθερο πλάγιο λόγο ή σε εισαγωγικά, χωρίς παραπομπές, ενώ για όσα εντοπίζονται και στο βιβλίο του ακολουθείται η συνήθης πρακτική των παραπομπών.
9. Τσουκαλάς Κωνσταντίνος, Κράτος, κοινωνία, εργασία στη μεταπολεμική Ελλάδα, Αθήνα, Θεμέλιο, 2005, σ. 45. Ο Τσουκαλάς επισημαίνει τους τρόπους διάχυσης αυτού του κλίματος σε όλη τη χώρα μέσω του δεξιού Τύπου, του ραδιοφώνου, της επίσημης στρατιωτικής προπαγάνδας, των θρησκευτικών οργανώσεων κ.λπ.. Η «ανατρεπτική» θεωρία του Δαρβίνου καταδικάζεται, απαγορεύονται ως άσεμνα βιβλία όπως ο Τοίχος του Σαρτρ– τη στιγμή που τα αθηναϊκά περίπτερα κατακλύζονται από πορνογραφικά περιοδικά– και η νέα εγκυκλοπαίδεια Ήλιος εκδίδεται για να ξαναγράψει την ιστορία της νεωτερικότητας, αποδομώντας την και προβάλλοντας την «ανωτερότητα» του ελληνοχριστιανικού πνεύματος.
10. Κατσαρός Στέργιος, ό.π., σ. 20.
11. Παπαθανασίου Ιωάννα, Η νεολαία Λαμπράκη τη δεκαετία του 1960, Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών Ε.Ι.Ε., Αθήνα, 2008, σ. 48.
12. Ενιαία Δημοκρατική Νεολαία Ελλάδας: μαζική οργάνωση της νεολαίας που συγκροτήθηκε παράλληλα με την ΕΔΑ τον Αύγουστο του 1961. Διαλύθηκε ένα χρόνο μετά, λόγω της σύλληψης σχεδόν όλων των ηγετικών στελεχών της. Ενόχλησε ιδιαίτερα η μαχητικότητα των μελών της και του εντύπου της, των Φρουρών της Ειρήνης, από τις σελίδες του οποίου προώθησε την εκλογή στις εκλογές του 1951 των φυλακισμένων και καταδικασμένων σε θάνατο έγκλειστων κομμουνιστών (Πλουμπίδη, Μπελογιάννη, Τσιμπουκίδη κ.ά.).
13. «…μόνο λογιστές και οικοδόμοι μπορούσαμε να γίνουμε», λέει ο Σ.Κ., συμπληρώνοντας ότι «πολλοί οικοδόμοι ήταν σλαβομακεδόνες».
14. Λαμπροπούλου Δήμητρα, Οικοδόμοι. Οι άνθρωποι που έχτισαν την Αθήνα 1950-1967, Αθήνα, Βιβλιόραμα, 2009, σ. 325-326.
15. Κατσαρός Στέργιος, ό.π., σ. 22.
16. Κατσαρός Στέργιος, ό.π., σ. 20.
17. Αβδελά Έφη, Φθοροποιοί και ανεξέλεγκτοι απασχολήσεις: Ο ηθικός πανικός για τη νεολαία στη μεταπολεμική Ελλάδα, Σύγχρονα Θέματα: τριμηνιαία έκδοση επιστημονικού προβληματισμού και παιδείας. τ. 90 (2005), σ. 38.
18. «Νέοι από καλές οικογένειες της Λαμίας, με σπουδές στο εξωτερικό, άρχισαν τότε να κάνουν παρέα με εμάς τους σεσημασμένους αριστερούς», λέει ο Σ.Κ., σημειώνοντας και τα ονόματα του Κ. Γεωργουσόπουλου και του Ν. Μουζέλη.
19. «Ο Έλβις, ο Τζέιμς Ντιν, ο Ιβ Μοντάν ήταν δικοί μας», λέει στη συνέντευξη ο Σ.Κ..
20. Κατσαρός Στέργιος, ό.π., σ. 30.
21. Χόμπσμπωμ Έρικ, Η εποχή των άκρων. 1914-1991, Αθήνα, Θεμέλιο, 1999, σ. 417.
22. Παπαθανασίου Ιωάννα, ό.π., σ. 78.
23. Λάζος Χρήστος, Ελληνικό φοιτητικό κίνημα 1821-1974, Αθήνα, Γνώση, 1987, σ. 327-330.
24. Κατσαρός Στέργιος, ό.π., σ. 62.
25. Κατσαρός Στέργιος, ό.π., σ. 62.
26. Λάζος Χρήστος, ό.π., σ. 333-336.
27. Κατσαρός Στέργιος, ό.π., σ. 42.
28. Κατσαρός Στέργιος, ό.π., σ. 81.
29. Κατσαρός Στέργιος, ό.π., σ. 77.
30. Κατσαρός Στέργιος, ό.π., σ. 83.
31. Κατσαρός Στέργιος, ό.π., σ. 70.
32. Κατσαρός Στέργιος, ό.π., σ. 72.
33. Αναφορά στον χαρακτηρισμό που απέδωσε στους φοιτητές που ξεκίνησαν την κατάληψη του Πολυτεχνείου η Πανσπουδαστική Νο 8, όργανο της Αντι-ΕΦΕΕ, της αντιδικτατορικής φοιτητικής οργάνωσης του ΚΚΕ.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αβδελά Έφη, Φθοροποιοί και ανεξέλεγκτοι απασχολήσεις: Ο ηθικός πανικός για τη νεολαία στη μεταπολεμική Ελλάδα, Σύγχρονα Θέματα: τριμηνιαία έκδοση επιστημονικού προβληματισμού και παιδείας. τ. 90 (2005), σ. 30-43.
Κατσάπης Κώστας, Το «πρόβλημα νεολαία». Μοντέρνοι νέοι, παράδοση και αμφισβήτηση στη μεταπολεμική Ελλάδα 1964-1974, Αθήνα, Εκδόσεις Απρόβλεπτες, 2013
Κορνέτης Κώστας, Τα παιδιά της δικτατορίας, Αθήνα, Πόλις, 2015
Λάζος Χρήστος, Ελληνικό φοιτητικό κίνημα 1821-1974, Αθήνα, Γνώση, 1987
Λαμπροπούλου Δήμητρα, Οικοδόμοι. Οι άνθρωποι που έχτισαν την Αθήνα 1950-1967, Αθήνα, Βιβλιόραμα, 2009
Παπαθανασίου Ιωάννα, Η νεολαία Λαμπράκη τη δεκαετία του 1960, Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών Ε.Ι.Ε., Αθήνα, 2008
Τσουκαλάς Κωνσταντίνος, Κράτος, κοινωνία, εργασία στη μεταπολεμική Ελλάδα, Αθήνα, Θεμέλιο, 2005
Χόμπσμπωμ Έρικ, Η εποχή των άκρων. 1914-1991, Αθήνα, Θεμέλιο, 1999

ΠΗΓΕΣ
Συνέντευξη με τον Στέργιο Κατσαρό (23-2-2019)
Κατσαρός Στέργιος, Εγώ ο προβοκάτορας, ο τρομοκράτης. Η γοητεία της βίας, Αθήνα, Μαύρη Λίστα, 1999

  • 8
  • 311

YOU MIGHT ALSO LIKE