Ο πυρετός της τουλίπας – Του Χρήστου Γιαννάτου

Όταν μερικά λουλούδια ανταλλάσσονταν για ένα σπίτι..

                Κατά τον 16ο αιώνα η Ευρώπη άρχισε να αλλάζει αισθητά. Τα εξερευνητικά ταξίδια του πρώτου μισού του αιώνα είχαν διευρύνει γεωγραφικά την υφήλιο και δημιούργησαν νέες ευκαιρίες για εμπόριο και κέρδος. Οι αγορές πόλεων, όπως της Αμβέρσας, της Λισαβόνας και του Άμστερνταμ, γέμισαν από εκατοντάδες νέα προϊόντα, που εκτός από την πρακτική τους χρήση λειτουργούσαν και σαν σύμβολα κύρους και πλούτου. Πατάτες από το Περού, κόκκοι κακάο από το Μεξικό, φύλλα τσαγιού από την Κίνα και, κυρίως, μπαχαρικά από την Ινδία απέκτησαν πολλούς θαυμαστές ανάμεσα στην αναδυόμενη αστική τάξη.

                Όμως κανένα από τα παραπάνω προϊόντα δεν κατέλαβε τη φαντασία ενός ολόκληρου έθνους, σε βαθμό, μάλιστα να το οδηγήσει ένα βήμα πριν την οικονομική καταστροφή, όπως η τουλίπα τη νεαρή Ολλανδική Δημοκρατία. Η συνεχής ζήτηση του εξωτικού λουλουδιού θα οδηγήσει στην πρώτη καταγεγραμμένη οικονομική «φούσκα» στην ιστορία και θα παρουσιάσει την ασταθή φύση του αναδυόμενου κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Πώς, όμως, ένα απλό λουλούδι έφτασε σε αυτό το σημείο;

                Η τουλίπα εμφανίζεται για πρώτη φορά στην Ευρώπη το 1554, όταν ο Ogier Ghiselin de Busbecq, πρεσβευτής του Φερδινάνδου της Αυστρίας στην Κωνσταντινούπολη, συναρπάζεται από ένα παράξενο και πανέμορφο λουλούδι που κοσμεί τους κήπους του Τοπ Καπί και στέλνει μερικούς βολβούς στη Βιέννη. Από εκεί θα ταξιδέψουν σε όλη την επικράτεια των Αψβούργων, συμπεριλαμβανομένης και της Ολλανδίας.

Το 1593, ο Φλαμανδός βοτανολόγος Carolus Clusius, μανιακός συλλέκτης τουλίπας, προσλαμβάνεται από το πανεπιστήμιο του Leiden και ιδρύει το “Hortus Academicus”, τον πρώτο βοτανικό κήπο στην Ολλανδία. Εκεί φυτεύει τη συλλογή του και παρατηρεί ότι το ψυχρό κλίμα των Κάτω Χωρών δεν επιδρά αρνητικά στην υγεία των λουλουδιών. Σε εκείνον οφείλεται και η παρατήρηση ότι οι περίτεχνοι χρωματικοί σχεδιασμοί της τουλίπας, σχηματίζονται λόγω ενός ιού που παρασιτεί στους βολβούς. Σύντομα η τιμή τους αυξήθηκε και η κατοχή βολβών τουλίπας αποτελούσε δείγμα πλούτου και κύρους.

Η εποχή που η τουλίπα αποκτά αυτήν τη σημασία μόνο τυχαία δεν είναι. Το 1568 οι 17 προτεσταντικές επαρχίες των ισπανικών Κάτω χωρών, επαναστατούν και, παρά το γεγονός ότι η αναγνώριση της ανεξαρτησίας τους θα επέλθει το 1648, από τις αρχές του 17ου αιώνα η Ολλανδία ήταν ασφαλής από εξωτερική παρέμβαση και οι εμπορικές δραστηριότητες των εμπόρων του Άμστερνταμ την καθιστούσαν από τα πλουσιότερα κράτη της Ευρώπης. Το εμπόριο με τις ανατολικές Ινδίες (σημ. Ινδονησία) απέφερε τεράστια κέρδη, ενώ το 1607 συστάθηκε το πρώτο ευρωπαϊκό χρηματιστήριο στο Άμστερνταμ.

Για να καταλάβουμε καλύτερα το μέγεθος της «Μανίας της Τουλίπας», ας ταξιδέψουμε στο Χάαρλεμ, λίγο έξω από το Άμστερνταμ, τον Φεβρουάριο του 1637. Ο Pieter Wynants, έμπορος υφασμάτων, έχει συγκεντρώσει την οικογένειά του και στενούς του φίλους για ένα απλό τραπέζι. Η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από επιχειρηματικά και οικονομικά θέματα, οπότε μοιραία θα αναφερθεί και η ραγδαία αναπτυσσόμενη αγορά βολβών τουλίπας. Ανάμεσα στους καλεσμένους βρίσκεται και η Geertruyt Schoudt,η οποία πρόσφατα είχε χηρεύσει και, επομένως, δε διέθετε σταθερό εισόδημα. Ο αδελφός του οικοδεσπότη, Hendrick Jan Wynants, της προτείνει να εισέλθει στο εμπόριο τουλίπας και, μάλιστα, προτίθεται να της πουλήσει μισό κιλό βολβούς για περίπου 1.400 φιορίνια. Για να γίνει αντιληπτή η τάξη μεγέθους, το ποσό αντιστοιχούσε σε ένα πλήρως εξοπλισμένο εμπορικό πλοίο ή ένα μεγάλο οικογενειακό σπίτι, ενώ το ετήσιο εισόδημα ενός ικανού τεχνίτη στο Άμστερνταμ δεν ξεπερνούσε τα 400 φιορίνια.

Η Geertruyt διέθετε μια σεβαστή κληρονομιά από τον εκλιπόντα σύζυγό της αλλά το ποσό παρέμενε τεράστιο και, όπως ήταν αναμενόμενο, δίσταζε. Τότε παρεμβαίνει ο Jakob de Block, ακόμη ένας παριστάμενος, συμβουλεύοντάς την να δεχτεί και προτείνει να γίνει ο εγγυητής της για 8 μέρες, έως ότου εκείνη συγκεντρώσει τα χρήματα. Με το που συμφωνεί, όμως στην αγορά η Geertruyt, ένας άλλος καλεσμένος της προτείνει να αγοράσει αμέσως τους βολβούς για 1.500 φιορίνια, δίνοντάς της 100 φιορίνια καθαρό κέρδος. Ο de Block, ωστόσο, την πείθει να αρνηθεί λέγοντάς της πως μπορεί να αποκομίσει πολύ μεγαλύτερο χρηματικό όφελος εάν περιμένει λίγες μέρες πριν πουλήσει τους βολβούς. Φυσικά προσδοκά και στο να μην καταφέρει η χήρα να συγκεντρώσει τα χρήματα, οπότε οι βολβοί θα περιέλθουν σε εκείνον σε τιμή κατά 8 μέρες παλαιότερη, άρα και μικρότερη με πολύ μεγαλύτερο περιθώριο κέρδους.

Η αγοραπωλησία βολβών συνέβαινε σπανιότερα σε οικογενειακά τραπέζια και περισσότερο σε πανδοχεία και ταβέρνες. Η διαδικασία ήταν απλή: ο πωλητής ανέβαινε σε ένα σκαμνί και αφού κερνούσε τους θαμώνες μια γύρα κρασί ή μπύρα, ανακοίνωνε την ποσότητα βολβών προς πώληση και την τιμή εκκίνησης. Οι ενδιαφερόμενοι αγοραστές έκαναν τις προσφορές τους και η υψηλότερη επικρατούσε, όπως σε κάθε δημοπρασία. Φυσικά οι περισσότεροι από τους αγοραστές δε διέθεταν τα τεράστια ποσά που κόστιζαν οι βολβοί, οπότε χρησιμοποιούσαν εγγυητές, όπως η Geertruyt, με σκοπό να πουλήσουν σε υψηλότερη τιμή τους βολβούς, να ξεπληρώσουν τους εγγυητές τους και να βγάλουν ένα κέρδος. Μια διαδικασία που ενείχε μηδενικό ρίσκο, όπως νόμιζαν.

Ωστόσο, ένα απόγευμα σε ένα πανδοχείο του Χάαρλεμ συνέβη κάτι το απίστευτο. Ένας πωλητής ανακοίνωσε πως ένα κιλό βολβοί διατίθενται προς πώληση έναντι της τωρινής αξίας των 2000 φιορινιών και κανένας από τους θαμώνες δεν ενδιαφέρθηκε. Όσο και να χαμήλωνε η τιμή κανένας αγοραστής δεν εμφανίστηκε με αποτέλεσμα η τιμή των βολβών να κατρακυλήσει. Χιλιάδες κάτοχοι προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να πουλήσουν το απόθεμά τους, προκειμένου να μειώσουν τη ζημία τους αλλά το κακό είχε ήδη γίνει. Μέσα σε 4 ημέρες η αγορά της τουλίπας είχε καταρρεύσει και χιλιάδες κάτοχοι βολβών καταστράφηκαν οικονομικά.

Ο επικρατέστερος λόγος για το «σκάσιμο της φούσκας» θεωρείται από αρκετούς μελετητές η επιδημία βουβωνικής πανώλης, η οποία είχε πλήξει τις Κάτω Χώρες το χειμώνα του 1636 και είχε στοιχίσει πολλούς νεκρούς, ένας από τους οποίους ήταν ο σύζυγος της Geertruyt. Η απότομη μείωση των διαθέσιμων εργατικών χεριών σήμαινε πως οι επιζώντες θα έπρεπε να ασχοληθούν με τις αγροτικές εργασίες και πως η αναζήτηση αγαθών πολυτελείας, όπως οι βολβοί τουλίπας, δεν ήταν προτεραιότητα.

Τα όσα εκτυλίχθηκαν στο τραπέζι του Wynants μας είναι γνωστά από τα πρακτικά της δίκης που ακολούθησε, όταν ο de Block υπαναχώρησε από εγγυητής της Geertruyt. Εκείνη υποστήριξε πως, ως εγγυητής της, ο de Block ήταν υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον πωλητή των βολβών και όχι εκείνη αλλά ο δικαστής δεν την δικαίωσε. Οι τουλίπες δε θα σταματήσουν να κυριεύουν τη φαντασία των ανθρώπων και περίπου έναν αιώνα αργότερα η Οθωμανική Αυτοκρατορία θα αντιμετωπίσει τη δική της υστερία της τουλίπας. Κατά τα χρόνια που ακολούθησαν την τετραετή «Μανία της Τουλίπας» οι Ολλανδοί ονόμασαν την αγοραπωλησία μελλοντικών συμβολαίων αγοράς βολβών (και άλλων αγαθών) “windhandel” ή «εμπόριο αέρα». Εμείς το ονομάζουμε χρηματιστήριο.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Andrew Marr, History of the Wolrd Peter Garber,

Tulip Mania, Journal of Political Economy

Jan De Vries, The Economy of Europe in the Age of Crisis (1600-1750)

  • 6
  • 88

YOU MIGHT ALSO LIKE