Ο Μητροπολίτης Χρύσανθος και οι αγώνες του Ποντιακού Ελληνισμού – Του Οδυσσέα Σουρίλα

Ο Χρύσανθος ήταν μια προσωπικότητα που σημάδεψε την ιστορία του ποντιακού ελληνισμού ανεξίτηλα. Αγωνίστηκε για την δημιουργία μιας Ποντιακής Δημοκρατίας και την σωτηρία της περιοχής από τις ορδές των Τούρκων τακτικών και άτακτων (τσετών) στρατιωτών. Η χαρισματική του προσωπικότητα λοιπόν και η οξυδέρκειά του είχαν σαν αποτέλεσμα να γίνει ηγέτης των Ελλήνων που ζούσαν στην περιοχή του Πόντου.
Κατά τη διάρκεια που ο Πόντος βρισκόταν κάτω από την ρωσική κατοχή ο Χρύσανθος είχε δείξει αξιοθαύμαστα δείγματα σεβασμού και προστασίας προς όλες τις εθνότητες που ζούσαν στον Ανατολικό Πόντο. Τον Ιανουάριο του 1918 ο Χρύσανθος, ο οποίος ήταν υπέρμαχος της ιδέας μιας ελληνο- οθωμανικής συμβίωσης απέρριψε τις προτάσεις του Γάλλου συνταγματάρχη Chardigny. Η πρόταση αυτή του Γάλλου συνταγματάρχη αφορούσε τη δημιουργία ενός συντάγματος που θα αποτελούταν από Έλληνες εθελοντές .
Στις 10 Φεβρουαρίου 1918, ο τακτικός τούρκικος στρατός έκανε την επίσημη είσοδό του στην πόλη της Τραπεζούντας. Ταυτόχρονα ένα ρωσικό άγημα απέδιδε τις απαιτούμενες τιμές. Στην τελετή παρευρίσκονταν ο μέραρχος Καζίμ Καραμπεκίρ και ο μητροπολίτης Χρύσανθος. Ο μητροπολίτης μετά τις διαβεβαιώσεις των τουρκικών αρχών ότι θα διαλύονταν οι άτακτες ομάδες των τσετών που προπορεύονταν του τακτικού τούρκικου στρατού, είχε ήδη δώσει εντολή στους τοπικούς πληθυσμούς να παραδώσουν στις αρχές τα όπλα τους . Οι Νεότουρκοι λοιπόν, λίγους μήνες πριν την ταπεινωτική ήττα τους και την υπογραφή της συνθήκης του Μούδρου, χάρη κυρίως στην γερμανική διπλωματία και βοήθεια, ανέκτησε τα εδάφη των επαρχιών Καρς, Αρνταχάν, και Βατούμ. Οι εβδομήντα πέντε χιλιάδες (75.000) Έλληνες του Καρς αναγκάστηκαν άλλη μία φορά να εγκαταλείψουν τις κατοικίες τους και να καταφύγουν στην Ρωσία που μαστιζόταν από εμφύλιο εκείνη την περίοδο .


Οι εθνικιστικοί διωγμοί των Νεότουρκων όμως, παρά τις διακηρύξεις τους, συνεχίστηκαν με αμείωτο ρυθμό. Ο Χρύσανθος στην αναλυτική του έκθεση προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, στις 12 Οκτωβρίου 1918, περιγράφει και αναλύει όλα τα κακουργήματα και τις λεηλασίες που είχαν κάνει οι Νεότουρκοι στην περιοχή δικαιοδοσίας του, ως τις 7 Οκτωβρίου. Ανάλογα βεβαίως εγκλήματα έγιναν και σε άλλες περιοχές.
Στις 30 Οκτωβρίου 1918 υπογράφεται ανάμεσα στις Δυνάμεις της Αντάντ και την Οθωμανική Αυτοκρατορία η ανακωχή του Μούδρου. Σύμφωνα μ’ αυτήν η Κυβέρνηση του Σουλτάνου ήταν υποχρεωμένη: 1) Να ανοίξει τα Δαρδανέλια, να επιτρέψει τη διέλευση των πλοίων προς τον Εύξεινο Πόντο και να παραδώσει τα οχυρά των Στενών στους Συμμάχους της Αντάντ, 2) Να παραδώσει τα όπλα και να γίνει γενικός αφοπλισμός, 3) Να δεχθεί την άσκηση ελέγχου στις επικοινωνίες και τις συγκοινωνίες, 4) Να διακόψει τις σχέσεις της με τους έως τότε συμμάχους της, να παραδώσει τους Γερανούς και Αυστριακούς αξιωματικούς και να εφοδιάζεις τις δυνάμεις κατοχής της Αντάντ και τέλος 5) Οι Δυνάμεις της Αντάντ είχαν το δικαίωμα να επεμβαίνουν στρατιωτικά όπου και όποτε διαπίστωναν διασάλευση της τάξης .
Στο Συνέδριο της Ειρήνης στο Παρίσι, η Ελλάδα με υπόμνημα του Βενιζέλου, στις 30 Δεκεμβρίου 1918, διεκδίκησε μόνο ένα μέρος της Δυτικής Μικράς Ασίας με κέντρο τη Σμύρνη. Στην απόφασή του αυτή ο Βενιζέλος μάλλον οδηγήθηκε από την στατική του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η οποία είχε γίνει κατά το έτος 1912 και αποδείκνυε την υπεροχή του ελληνικού στοιχείου στην εν λόγω περιοχή. Επίσης, σημαντικό ρόλο πρέπει στην σύνταξη του υπομνήματος πρέπει να έπαιξε και η συνάντηση που είχε ο Βενιζέλος με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Wilson στις 3/16 Δεκεμβρίου 1918. Ο Wilson του υπέδειξε ποιες περιοχές πρέπει να περιλάβει στο καταστατικό με τις εθνικές διεκδικήσεις. Αυτός είναι ο κύριος λόγος που δεν περιλήφθηκε ο Πόντος στις ελληνικές διεκδικήσεις .
Η ενημέρωση που είχε ο Βενιζέλος όσον αφορά την ιστορική και εθνολογική κατάσταση που επικρατούσε στην περιοχή του Πόντου ήταν το λιγότερο ελλιπής. Επιπλέον οι Σύμβουλοί που είχε δεν του παρείχαν όση ενημέρωση θα έπρεπε για την περιοχή, όπως ακριβώς παραδέχτηκε και ο ίδιος αργότερα. Επιπροσθέτως οι Μεγάλες Δυνάμεις Αγγλία, Γαλλία και ΗΠΑ μονοπώλησαν συνειδητά το πολιτικό ενδιαφέρον στο Συνέδριο Ειρήνης. Αποφάσιζαν σε ζητήματα γεωπολιτικής σύμφωνα με τα δικά τους συμφέροντα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα οι χώρες που ήταν πιο αδύναμοι εταίροι, όπως η Ελλάδα του Βενιζέλου, να μην έχουν και πολλές διεκδικήσεις.
Η πιο ρεαλιστική λύση η οποία πίστευε ο Βενιζέλος ότι θα έπρεπε να ακολουθηθεί για το ζήτημα των Ποντίων, ήταν η ενσωμάτωση της περιοχής του Πόντου στο υπό ίδρυση Αρμενικό κράτος. Με αυτό τον τρόπο θεωρούσε πως θα σώζονταν οι Έλληνες που ζούσαν σε αυτή την περιοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στο υπόμνημα που υπέβαλε λοιπόν, στις 30 Δεκεμβρίου 1918, πρότεινε η περιοχή του Πόντου να παραχωρηθεί στο Αρμένικο κράτος που επρόκειτο να δημιουργηθεί, μία πρόταση που προκάλεσε αντιδράσεις. Η πρόταση αυτή του Έλληνα πρωθυπουργού βρήκε εκ διαμέτρου αντίθετους τους Έλληνες της περιοχής, οι οποίοι άρχισαν να διαμαρτύρονται έντονα .
Μαθαίνοντας λοιπόν, την απόφαση του Έλληνα πρωθυπουργού και βλέποντας την εγκατάλειψη του Πόντου από τον Βενιζέλο, ο Χρύσανθος αποφάσισε να ξεκινήσει τις επισκέψεις του σε διάφορα σημαίνοντα πρόσωπα τις πολιτικής για να μπορέσει να πετύχει το καλύτερο μέλλον για τον Πόντο. Αρχικά επισκέφθηκε το Βατούμ, όπου το ελληνικό στοιχείο ήταν εξαιρετικά έντονο. Κατόπιν, μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, όπου έμαθε πως ήταν μέλος της Πατριαρχικής Επιτροπής, που θα πήγαινε στο Συνέδριο Ειρήνης στο Παρίσι. Στην Κωνσταντινούπολη επισκέφτηκε το γραφείο του Διαρκούς Μικτού Εθνικού Συμβουλίου και μελέτησε τα πρακτικά που αφορούσαν την Πατριαρχική Επιτροπή. Εκεί επίσης, συνειδητοποίησε και την διάσταση απόψεων που είχε διαμορφωθεί, μετά την απόφαση του Βενιζέλου να παραχωρήσει περιοχές με ελληνικό πληθυσμό στο υπό δημιουργία Αρμενικό κράτος. Η Επιτροπή που θα στελνόταν είχε ως σκοπό να διαφωτίσει τον Έλληνα πρωθυπουργό για την κατάσταση που επικρατούσε στον Πόντο, αλλά και σε άλλες περιοχές, οι οποίες κατοικούνταν από ελληνικούς πληθυσμούς .
Οι έντονες διαμαρτυρίες των Ελλήνων που ζούσαν στον Πόντο και των διάσπαρτων Ποντίων, αλλά και ποντιακών σωματείων σε διάφορες περιοχές του εξωτερικού, όπως η Αλεξάνδρεια, οι Παρευξείνιες χώρες, η Αμερική και διάφορες χώρες της Ευρώπης και κυρίως της Ελλάδας, και οι συζητήσεις που είχε ο Βενιζέλος με τον Μητροπολίτη Χρύσανθο και τον Κωνσταντινίδη, τον οδήγησαν στο να αλλάξει στάση απέναντι στο δράμα του Ποντιακού Ελληνισμού. Με την πειθώ που διέθετε ο Χρύσανθος, αλλά και τα έγγραφα που προσκόμισε με την εθνολογική κατανομή του Πόντου στον πρωθυπουργό, κέρδισε την εμπιστοσύνη του και του ανέθεσε να χειριστεί το ζήτημα του Πόντου εν λευκώ ενώπιον των αρχηγών των κρατών που συμμετείχαν στη Συνδιάσκεψη στο Παρίσι .


Τότε, στις 2 Μαΐου ο Χρύσανθος στέλνει στα μέλη της Συνδιάσκεψης ένα υπόμνημα που αναφέρει την εθνολογική κατανομή του Πόντου και όσα πρέπει να γνωρίζουν, για την επίτευξη του σκοπού του:
««Υπόμνημα υποβληθέν εις την Συνδιάσκεψιν της Ειρήνης υπό της Α.Σ. του Μητροπολίτου Τραπεζούντος κ. Χρυσάνθου προς τα μέλη της Συνδιασκέψεως της Ειρήνης.
Εξοχώτατοι,
Αρκετά υπομνήματα υπεβλήθησαν εις την Συνδιάσκεψιν της Ειρήνης επί του ζητήματος του Πόντου. Εν τούτοις, επιτρέψατέ μοι, να προσθέσω και το επόμενον, όπερ βασίζεται επί αδιαμφισβητήτων γεγονότων και εγγράφων, άτινα δύνανται να διαφωτίσωσι την κρίσιν εκείνων, των οποίων θα είναι καθήκον να λάβωσι σοβαράς αποφάσεις, αφορώσας την αποκατάστασιν της παγκοσμίου ειρήνης.
Η περιφέρεια του Πόντου περιλαμβάνει το Βιλαέτιον της Τραπεζούντος, μέρος του Βιλαετίου της Σεβαστείας –τα Σαντζάκια Καρά-Χισάρ και Αμασείας- και μικρόν μέρος του Βιλαετίου της Κασταμονής –το Σαντζάκιον της Σινώπης. Κατοικείται από 500.000 και πλέον Έλληνες, εις ους δέον να προστεθώσι και 250.000 Έλληνες, οίτινες κατέφυγον από του 1800 εις την Νότιον Ρωσίαν και τον Καύκασον, ίνα απαλλαγώσι της κακής διοικήσεως των Τούρκων. Ούτοι, οι 250.000 Έλληνες μετ’ αγωνίας αναμένουσι την απελευθέρωσιν της χώρας των, ίνα δυνηθώσι να επιστρέψωσιν εις τας εστίας των. Η εκτίμησις αύτη του ελληνικού πληθυσμού του Πόντου, βασίζεται επί των επομένων γεγονότων.
Το σααλναμέ, ήτοι η επίσημος στατιστική του έτους 1908, εις το Βιλαέτιον Τραπεζούντος ανεβίβαζε τον ελληνικόν πληθυσμον εις 500.000 μόνον εις αυτό το Βιλαέτιον.
Τω 1912 η φιλελευθέρα κυβέρνησις του Κιαμήλ-Πασά, κατόπιν επισήμου συμφωνίας μετά των Πατριαρχείων, έδωκεν επτά βουλευτικάς έδρας εις τους Έλληνας του Πόντου, εξ ων τρεις εις την Περιφέρειαν Τραπεζούντος, δύο εις την της Σαμψούντος και ανά μίαν εις τας περιφερείας Καρά-Χισάρ και Σινώπης. Ούτω, η κυβέρνησις του Κιαμήλ-Πασά επισήμως ανεγνώρισεν ότι υπήρχον 700.000 Έλληνες εν Πόντω, δεδομένου ότι, κατά τους Τουρκικούς εκλογικούς νόμους, επί 100.000 κατοίκων εξελέγετο εις βουλευτής της τουρκικής βουλής. Προσέτι, και αυτή η Κυβέρνησις των Νεοτούρκων, ηνηγκάσθη να παραχωρήση τέσσαρας βουλευτικάς έδρας εις τους Έλληνας του Πόντου, δύο εις την Τραπεζούντα και ανά μίαν εν Καρά-Χισάρ και Σαμψούντι –αναγνωρίζουσα, εκούσα, άκουσα, την αριθμητικήν σπουδαιότητα των Ποντίων.
Βασιζόμενοι επί των διαφόρων τούτων δεδομένων, δυνάμεθα να υπολογίσωμεν τους Έλληνας του Ευξείνου Πόντου εις 600.000 κατά τους μετριωτέρους υπολογισμούς. Ο αριθμός ούτος πλησιάζει πολύ τας στατιστικάς του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αίτινες βασίζονται επί του αριθμού των μαθητών των σχολείων και παρουσιάζουσι 550.000 Έλληνας εις την Περιφέρειαν του Πόντου, εξαιρουμένης της Σινώπης και του Λαζιστάν.
Ως εκ τούτου, ο ελληνικός πληθυσμός του Πόντου, ανέρχεται εις 850.000, εκ των οποίων, 250.000 ευρίσκονται νυν εν τη Νοτίω Ρωσία και τω Καυκάσω.
Ο μουσουλμανικός πληθυσμός της ιδίας περιφερείας υπολογίζεται εις 1.068.000, εκ των οποίων 232.000 κατοικούσιν εις την επαρχίαν του Λαζιστάν, ως εκ τούτου εις την περιφέρειαν του Πόντου, μένουσι 836.000 μουσουλμάνοι. Εν άλλαις λέξεσι, το ελληνικόν και το μουσουλμανικόν στοιχείον είναι περίπου ισάριθμα.
Οι μουσουλμάνοι του Πόντου ανήκουσιν εις διαφόρους φυλάς. Εκ του ολικού αριθμού, 340.000 περίπου είναι γνήσιοι Τούρκοι, 200.000 είναι Σουρμενίται, 50.000 Κιρκάσιοι, 200.000 Οφίται και 50.000 Σταυριώται. Οι Σταυριώται είναι Χριστιανοί, ους η Τουρκική κυβέρνησις παρά τας διαμαρτυρίας αυτών, ηνάγκασε να μείνωσι προσηρτημένοι εις τον Ισλαμισμόν. Οι Οφίται και οι Τογγιαλήδες ουδέποτε ελησμόνησαν την ελληνικήν καταγωγήν των. Οι Οφίται εξισλαμίσθησαν προ 180 ετών. διατηρούσιν εισέτι χριστιανικά τίνα ήθη. Φυλάττουσι τα Ευαγγέλια, ως πολύτιμα κειμήλια, αι δε σύζυγοί των δεν γνωρίζουσι καμμίαν άλλην γλώσσαν πλην της ελληνικής. Κατά το διάστημα της ρωσικής κατοχής, εζήτησαν δι’ επιτροπής να επιτραπή αυτοίς να επιστρέψωσιν εις τας αγκάλας της Ορθοδόξου Εκκλησίας αλλά δεν εθεωρήθη φρόνιμον να γίνει δεκτή η αίτησίς των, διότι ηδύνατο τούτο να θεωρηθεί ως προσηλυτισμός, επειδή, τη αιτήσει αυτών, είχον αναλάβει εγώ την προστασίαν αυτών.
Προς τους πληθυσμούς τούτους, υπάρχουσιν εν Πόντω 78.000 Αρμένιοι, εξ ων, 50.000 εν των Βιλαετίω Τραπεζούντος, οι δε λοιποί εν τοις σαντσακίοις Καρά-Χισάρ και Αμασείας –του Βιλαετίου Σεβαστείας.
Ο Ελληνικός χαρακτήρ του Πόντου ανεγνωρίσθη επισήμως, κατά τον πόλεμον τόσον υπό των Τούρκων και των Ρώσων, όσο και υπό των συμμάχων δυνάμεων. Τα έγγραφα, τα αποτελούντα παραρτήματα του υπομνήματος τούτου, αποδεικνύουσι τούτο περίτρανα.
Κατά τον χρόνον της προελάσεως των Ρωσικών στρατευμάτων κατά της Τραπεζούντος, δύο ημέρας προ της εισόδου αυτών, ο Τζεμάλ Αζμή μπέης, Τούρκος γενικός διοικητής του Βιλαετίου, μοι έστειλεν επιστολήν, δι’ ης παρέδιδε την αρχήν εις εμέ, και εις Συμβούλιον εκ τριών Ελλήνων κατοίκων, των κ.κ. Γεωργίου Φωστηρόπουλου, Παρασκευά Γραμματικοπούλου και Γεωργίου Κογκαλίδου. Δίδων μοι την πληρεξουσιότητα ταύτην ο Βαλής είπε: «Από τους Έλληνας ελάβομεν την χώραν ταύτην, εις αυτούς επιστρέφομεν αύτην σήμερον. Παραδίδομεν επίσης εις υμάς τας εκκλησίας, τας οποίας μετετρέψαμεν εις τζαμία. Μετατρέψατε αυτάς πάλιν εις Εκκλησίας, εάν θεωρήτε τούτο εύλογον». Εν τούτοις έκρινα καλλίτερον να μη πράξω τούτο, έχων υπ’ όψιν μου την κατασίγασιν των παθών. Κατά την ώραν των διαπραγματεύσεων προς παράδοσιν της πόλεως εις τους Ρώσους, εζήτησα την βοήθειαν του κ. Χέϊζερ, Προξένου των Ηνωμένων Πολιτειών, όστις ανέλαβεν, εν ονόματι της προσωρινής κυβερνήσεως της επαρχίας, μεθ’ ενός πληρεξουσίου, αντιπροσωπεύοντος την κυβέρνησιν, τας διαπραγματεύσεις διά την παράδοσιν της περιφερείας της Τραπεζούντος εις τους Ρώσους. Ο διοικητής των Ρωσικών στρατευμάτων στρατηγός Λιάχωφ, επεκύρωσε τον διορισμόν μου, ως διοικητού. Τη συγκαταθέσει του στρατηγού προέβην εις τα απαιτούμενα διαβήματα προς ενέργειαν των δημοτικών εκλογών, εξ ων προήλθε δημαρχιακόν Συμβούλιον μετά σημαντικής ελληνικής πλειοψηφίας.
Καθ’ όλον το διάστημα της Ρωσικής κατοχής, ουδέν μέτρον σχετιζόμενον προς τον εντόπιον πληθυσμόν ελήφθη χωρίς να ερωτηθώ επισήμως υπό της Ρωσικής κυβερνήσεως. Όταν δε οι Ρώσοι εξελίχθησαν εις Μπολσεβίκους, εξηκολούθουν ν’ αναγνωρίζωσι την αυθεντικότητα της θέσεώς μου, και να έχωσιν εμπιστοσύνην εις το ελληνικόν στοιχείον. Εζήτουν επιμόνως παρ’ εμού να λάβω θέσιν εις τα Σοβιέτ, εν οις παρεκαθήμην συχνάκις, φροντίζων, δια μετριόφρονος πολιτικής, να σώσω την χώραν εκ των επεισοδίων των Μπολσεβικων. Κατά την αυτήν περίοδον ο συνταγματάρχης Σαρτινιέ, μοι έγραψεν εκ μέρους των Συμμάχων Κυβερνήσεων, ζητών όπως σχηματίσω σύνταγμα εκ Ποντίων, αναγνωρίζων, ούτω, την επιρροήν και σπουδαιότητα του ελληνικού στοιχείου εν τω Πόντω.
Και κατά το διάστημα της Ρωσικής κατοχής, και κατά τας περιόδους, καθ’ ας η χώρα έμεινεν άνευ στρατού κατοχής, οι διάφοροι πληθυσμοί, ανεξαιρέτως, ουδέποτε έπαυσαν αναγνωρίζοντες εμέ, και τους συνεργάτας μου, ως τας νομίμους καθεστηκυίας αρχάς της περιφερείας, και δεικνύοντες προς ημάς την πλέον απόλυτον εμπιστοσύνην.
Οι Έλληνες του Πόντου απέδειξαν εαυτούς αξίους εμπιστοσύνης. Εφάνησαν άξιοι να εξασφαλίζωσι την ζωήν και την περιουσίαν όλων των κατοίκων, χριστιανών τε και μουσουλμάνων. Παρ’ όλας τας διαφοράς της θρησκείας και τας εξαιρετικάς δυσκολίας της περιστάσεως, ουδέποτε συνέβησαν ανησυχίαι και αδικήματα. Η επιστολή, ην έλαβον παρά του Βεχήπ-Πασά, διοικητού του Γ΄ στρατιωτικού σώματος μαρτυρεί περί τούτου.
Τα γεγονότα ταύτα αποδεικνύουσι:
1) ότι ο Ελληνικός πληθυσμός του Πόντου, μετά την επιστροφήν των προσφύγων εκ του Καυκάσου και της Ν. Ρωσίας θα είναι τόσος όσος και ο μουσουλμανικός πληθυσμός.
2) Ότι μέγα μέρος του μουσουλμανικού πληθυσμού είναι Έλληνες την καταγωγήν, οίτινες ουδέποτε ελησμόνησαν, ούτε την καταγωγήν των, ούτε την ελληνικήν γλώσσαν, ην εξακολουθούσι να ομιλώσι.
3) Ότι υπάρχει μία πολύ ασθενής μειοψηφία αρμενική, εν τη περιφερεία του Πόντου.
4) Ότι οι Τούρκοι ανεγνώριζαν ότι οι Έλληνες εισίν, ου μόνον ισχυροί διάδοχοί των, αλλά και το μόνον ικανό στοιχείον να διοικήση την χώραν, όταν κατηργήθησαν αι τουρκικαί αρχαί, και ότι εις τους Έλληνας οι Τούρκοι ενεχείρισαν την αρχήν, προ της αναχωρήσεως αυτών.
5) Ότι και οι Ρώσοι και οι αντιπρόσωποι των λοιπών δυνάμεων σιωπηλώς ανεγνώρισαν την επιτόπιον ελληνικήν κυβέρνησιν του Πόντου, και ότι εν πάση περιπτώσει ανεγνώρισαν ως επικρατεστέραν την επιρροήν του ελληνικού στοιχείου.
6) Ότι ο επιτόπιος πληθυσμός της χώρας ου μόνον υπετάσσετο εις την επιτόπιον ελληνικήν κυβέρνησιν, αλλ’ εδείκνυε προς αυτήν και την πλέον απόλυτον εμπιστοσύνην.
7) Ότι εις τας δυσκολωτέρας περιστάσεις η επιτόπιος ελληνική κυβέρνησις και ο ελληνικός πληθυσμός υπήρξαν ικανά να εξασφαλίζωσι τελείαν τάξιν.
Υπό τοιαύτας συνθήκας, ορθόν είναι και δίκαιον όπως η χώρα του Πόντου αποτελέση αυτόνομον ελληνικόν κράτος, συμφώνως προς την ακλόνητον επιθυμίαν του ελληνισμού, όστις είναι αποφασισμένος να μη υπομένη πλέον ξένην κυριαρχίαν. Η μεγάλη γειτνίασις προς το μέλλον αρμενικόν κράτος και αι εμπορικαί σχέσεις και τα κοινά δεινά και των δύο λαών σχηματίζουσι μεταξύ αυτών δεσμούς τους οποίους ευχαρίστως θα συνεχίζωμεν.
Διά τους άνω λόγους είμεθα έτοιμοι να δεχθώμεν προθύμως τον σχηματισμόν δεσμών στενής συνεργασίας μεταξύ των δύο κρατών, υπό τον ρητόν όμως όρον ότι έκαστον αυτόνομον κράτος θα έχη απόλυτον ανεξαρτησίαν.
Ευχαριστών υμάς εκ των προτέρων, προσφέρω εις τας Υμ. Εξοχότητας την διαβεβαίωσιν της εξόχου προς υμάς υπολήψεως.
Παρίσιοι, 2 Μαΐου 1919
Χρύσανθος Μητροπολίτης Τραπεζούντος
Αντιπρόσωπος των αλυτρώτων Ελλήνων »


Στα μέλη της Συνδιάσκεψης άρχισαν να καταφθάνουν πολυσέλιδες εκθέσεις από τα ποντιακά σωματεία που αφορούσαν την ιστορία της περιοχής, τις λεηλασίες και τα βασανιστήρια από τους Τούρκους και τόνιζαν την ανάγκη δημιουργίας ενός ανεξάρτητου Ποντιακού κράτους.
Στις 9 Μαΐου ο Μητροπολίτης Χρύσανθος συνεχίζοντας τις συναντήσεις του με σημαίνοντες πολιτικούς, συνάντησε τον Jules Cambon, ο οποίος ήταν Πρεσβευτής και Πρόεδρος της Επιτροπής για τις ελληνικές διεκδικήσεις στο Συνέδριο Ειρήνης. Στη συζήτηση που είχαν ο Χρύσανθος του εξέθεσε την ιστορική, πολιτική και κοινωνική κατάσταση που επικρατούσε στον Πόντο. Του έδωσε το υπόμνημα που είχε φτιάξει για να δώσει στο Συνέδριο. Ο Cambon ρώτησε τον Χρύσανθο αν έχει έρθει σε συνεννόηση για το θέμα του Πόντου και του απάντησε πως πλέον η θέση του Βενιζέλου είναι να αποτελέσει η Τραπεζούντα Ομοσπονδιακό Κράτος μαζί με την Αρμενία, αλλά Τραπεζούντα να κρατήσει την αυτονομία της και να δοθεί η ονομασία Πόντο- Αρμενικό κράτος. Ο Cambon τέλος συμβούλευσε τον Μητροπολίτη να αποταθεί στους Αμερικάνους και τους Άγγλους για τις διεκδικήσεις του Πόντου .
Η πιο κρίσιμη συνάντηση που είχε ήταν αυτή που είχε στις 16 Μαΐου με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Wilson. Στη συνάντηση αυτή ο Χρύσανθος δεν γνωστοποίησε μόνο της θέσεις των Ελλήνων για τον Πόντο, αλλά πρότεινε και την δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους στην περιοχή με εντολή της Αμερικής. Όταν ο Wilson αμφισβήτησε την πρακτικότητα της θέσης αυτής, ο Χρύσανθος του αμέσως υπέδειξε ως μια διαφορετική λύση μια ελληνική εντολή για τον Πόντο . Ο Μητροπολίτης Τραπεζούντας φαίνεται πως προκάλεσε μεγάλη εντύπωση σε όσους μίλησε, αφού χαρακτηριστικά ο Wilson είπε σχετικά με την έκθεση που του έδωσε ο Μητροπολίτης « …μιαν ψήφον έχω εις την Συνδιάσκεψιν, αλλά θα την διαθέσω υπέρ του λαού σας ».
Ωστόσο, παρά τις προφορικές υποσχέσεις υποστήριξης, καμία από τις Μεγάλες Δυνάμεις δεν ανέλαβε υποχρέωση, ούτε για την πραγματοποίηση προτεκτοράτου στην περιοχή του Πόντου, ούτε για την ίδρυση ενός αυτόνομου καθεστώτος στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας. Αντιθέτως, οι αντιπρόσωποι της Αμερικής και της Βρετανίας είχαν δεχτεί να συμπεριλάβουν δύο από τα τέσσερα σαντζάκια του βιλαετίου της Τραπεζούντας -Τραπεζούντα και Αργυρούπολη- στη Μεγάλη Αρμενία, ενώ αυτό της Σαμψούντας στην Τουρκία και του Λαζιστάν στην Γεωργία.
Παράλληλα ο Μητροπολίτης Χρύσανθος ακολουθώντας τις οδηγίες του Έλληνα πρωθυπουργού συνομίλησε ανεπίσημα με τους Αρμένιους αντιπροσώπους στη Διάσκεψη Ειρήνης τον Μάϊο του 1919. Έτσι παρόλο που ήταν ένας θιασώτης του ποντιακού κινήματος ανεξαρτησίας, μετά τις επαφές του με τον Βενιζέλο, ο Χρύσανθος δεν απέρριπτε την ιδέα μια Ποντιοαρμενικής συνεργασίας. Μια τέτοια προοπτική έγινε πιο δεκτική όταν ο Μητροπολίτης απέτυχε να δώσει ένα οριστικό τέλος στο ποντιακό ζήτημα το καλοκαίρι του 1919.

Γνωρίζοντας πόσο σημαντική ήταν η υποστήριξη της Βρετανίας στο θέμα αυτό, ο Χρύσανθος έφτασε στο Λονδίνο στις 10/23 Ιουλίου με σκοπό να αποκτήσει την αγγλική υποστήριξη. Ο Μητροπολίτης συναντήθηκε εκεί με τον Αρχιεπίσκοπο του Canterbury και συμμετείχε σε διαπραγματεύσεις με τον γενικό Γραμματέα του βρετανικού υπουργείου εξωτερικών, Sir Ronald Gream στις 31 Ιουλίου. Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων ο Χρύσανθος ζήτησε απερίφραστα τη δημιουργία ενός αυτόνομου ποντιακού κράτους με βρετανική εντολή. Ταυτόχρονα με τις διαπραγματεύσεις απέστειλε ένα υπόμνημα στον Βρετανό πρωθυπουργό David Lloyd George, που του ζητούσε να ενισχύσει το Ποντιακό κίνημα. Έδωσε και συνεντεύξεις στον αγγλικό τύπο για το θέμα του Πόντου. Δεν κατάφερε εν τέλει κάποια ουσιαστική πρόοδο για το ποντιακό ζήτημα, αφού και οι Βρετανοί αρνήθηκαν να αναλάβουν την στρατιωτική κατοχή των παραλιακών πόλεων της Μαύρης Θάλασσας, ούτε ήθελαν να δεχτούν ελληνική απόβαση στην Τραπεζούντα ή στο Βατούμ .
Αρχικά, μεταβαίνει στην Κωνσταντινούπολη και έρχεται σε συνεννοήσεις με την τούρκικη πλευρά. Έτσι, διαπραγματεύεται με τον πρώην Βαλή της Τραπεζούντας Ναζίμ Μπέη και τον βουλευτή Τραπεζούντας Χαφούζ Μεχμέτ Μπέη την αυτονομία του Πόντου υπό εντολή της Κοινωνίας των Εθνών και την ισοπολιτεία ανάμεσα στους Έλληνες και τους Μουσουλμάνους στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας. Οι διαπραγματεύσεις αυτές έληξαν πρόωρα χωρίς να έχει επιτευχθεί κάποια πρόοδος .
Αντιμετωπίζοντας τη νέα πραγματικότητα ο Χρύσανθος επισκέπτεται το Βατούμ όπου συγκαλεί το Συνέδριο των Ποντίων και τους εκθέτει τα όσα είχε κάνει για το ζήτημα του Πόντου στους κύκλους του Συνεδρίου στο Παρίσι και τους πρότεινε να γράψουν ευχαριστήρια τηλεγραφήματα στον Βενιζέλο, τον Cambon και τον Clemenceau. Εν συνεχεία μεταβαίνει στην πρωτεύουσα της Γεωργίας Τιφλίδα, με σκοπό να μιλήσει με τους τοπικούς ηγέτες. Εκεί επίσης, κλήθηκε από το Πατριαρχείο να λύσει διάφορα προβλήματα που είχαν ανακύψει με την Εκκλησία της χώρας η οποία είχε κηρύξει το αυτοκέφαλο.
Στην Τυφλίδα ήρθε σε επαφή και με τον Πρωθυπουργό της Αρμενίας Χατισιάν, ο οποίος τον παρακάλεσε να μεταβή στην πρωτεύουσα της Αρμενίας το Εριβάν. Ο Χρύσανθος με τη συνοδεία του ξεκίνησαν το ταξίδι μέσα στο χειμώνα και ύστερα από ταξίδι μερικές ημέρες έφτασαν εκεί, οπού τον περιμέναν ο Πρόεδρος της Αρμενικής Κυβερνήσεως και ένα άγημα στρατού. Εκεί συζήτησαν την δημιουργία μια Ποντοαρμενικής Ομοσπονδίας. Επίσης, αποφασίστηκε να καταλάβουν τα Ελληνικά στρατεύματα τον Πόντο και τα Αρμενικά την Αρμενία. Ακόμα, ο Αρμένιος Πρωθυπουργός ευχαρίστησε τον Χρύσανθο, γιατί βοήθησε όσο μπορούσε τους Αρμένιους που ζούσαν στην περιοχή δικαιοδοσίας του κατά τη διάρκεια της γενοκτονίας.


Τελικά αυτές οι διαπραγματεύσεις τερματίστηκαν όταν οι Έλληνες του Πόντου και η κυβέρνηση της Αρμενίας στο Έρεβαν συμφώνησαν να δημιουργηθεί μια «ποντιο- αρμενική συνομοσπονδία». Η συμφωνία υπογράφτηκε από τον πρωθυπουργό της Αρμενίας Χατισιάν και τον Μητροπολίτη Χρύσανθο. Παράλληλα, υπογράφτηκε και η αντίστοιχη στρατιωτική συμφωνία ανάμεσα στους Αρμένιους αξιωματικούς και τον Καθενιώτη. Η συμφωνία αυτή όριζε ότι ελληνικά στρατεύματα θα αποβιβάζονταν στην Τραπεζούντα θα προχωρούσαν ως το Ερζερούμ, για να διαφυλάξουν τους Ελληνικούς πληθυσμούς αλλά και για να αντιμετωπίσουν τα τουρκικά στρατεύματα ατάκτων ή τακτικών, ενώ ο αρμενικός στρατός θα προάσπιζε τα σύνορα του Καυκάσου και του Ερζερούμ . Παρά την αρχική αυτή συμφωνία, οι δυο πλευρές δεν μπόρεσαν να συνεννοηθούν για την πραγματοποίηση ομοσπονδοποίησης του σχεδιαζόμενου νέου κράτους . Μη καταφέρνοντας να βρουν λύση στις λεπτομέρειες του ομοσπονδιακού ζητήματος, αλλά και ανίκανοι να ορίσουν τα σύνορα του ποντιοαρμενικού κράτους , η αρμενική κυβέρνηση πληροφόρησε το Χρύσανθο ότι η τελική λύση του εκκρεμούς προβλήματος θα δινόταν διαμέσου των αντιπροσωπειών στην Διάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι. Ο Χρύσανθος λοιπόν, άρχισε να έχει αμφιβολίες για τις συνομιλίες του με την κυβέρνηση του Έρεβαν. Παράλληλα, όμως και οι ποντιακές οργανώσεις ήταν εναντίον της δημιουργίας μια Πόντο- Αρμενικής Ομοσπονδίας και των διαπραγματεύσεων που γίνονταν και το έδειχναν με κάθε τρόπο.

 

Πηγές – Βιβλιογραφία

Βιογραφικαί αναμνήσεις του αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσάνθου του από Τραπεζούντος, Αθήνα 1970 σελ. 193-195

Β. Αγτζίδης, ‘Ελληνες του Πόντου: Η γενοκτονία από το τουρκικό εθνικισμό, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ανατολικής Αττικής, Αθήνα 2005

  • 3
  • 185

YOU MIGHT ALSO LIKE