Η Τυρανία στη Αρχαία Ελλάδα: Το οικοδομικό πρόγραμμα του Πεισίστρατου στην περιοχή του Ιλισού-του Δημήτρη Αντώνενα

 

Εισαγωγή

Οι κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που επικρατούσαν κατά τη διάρκεια των αρχαϊκών χρόνων λειτούργησαν, όπως είναι φυσικό, διαφορετικά για την εκάστοτε ελληνική πόλη. Το σύστημα της τυραννίας που είχε εφαρμοστεί με επιτυχία, μεσουρανούσε κατά τη περίοδο αυτή. Παρόλες τις διαφοροποιήσεις του συστήματος αυτού ανά πόλη-κράτος, είχε ένα κοινό χαρακτηριστικό, αυτό της φαινομενικά οικονομικής ανάπτυξης. Αυτό το χαρακτηριστικό διακρίνεται στην τέχνη αλλά και σε αυτό το κομμάτι που θα μας απασχολήσει στην παρούσα μελέτη, στην αρχιτεκτονική, όπου εκφράζεται μέσω των γιγαντιαίων οικοδομικών έργων.
Η οικονομική ανάπτυξη δε έρχεται ως επακόλουθο του επίπονου για τους ανθρώπους, μεταναστευτικού ρεύματος. Οι τύραννοι από την άλλη φυσικά, για να εξομαλύνουν αυτή την δυσοίωνη κοινωνική κατάσταση έχουν ως κύριο μέλημα τους τον εξωραϊσμό των πόλεων. Ενώ φυσικά συνδέουν το όνομα και τα συμφέροντα τους με το Ολυμπιακό πάνθεο αναδεικνύοντας έτσι τα αριστοκρατικά ιδανικά. Ο 6ος αιώνας π.Χ. με την παγίωση των κοινών χαρακτηριστικών στην αρχιτεκτονική έχει να κάνει με ένα κοινό πολιτικό, οικονομικό και πολιτιστικό πλαίσιο που έχει προκύψει μέσω των αποικιών. Ο χαρακτήρας της τέχνης κυρίως της αρχιτεκτονικής είναι περισσότερο θρησκευτικός. Από τον 7ο αιώνα έχουν εμφανιστεί μνημειώδη αρχιτεκτονικά έργα έτσι ο 6ος αιώνας είναι αυτός που παγιώνονται αυτά τα στοιχεία, οι ναοί ξεχωρίζουν στο χώρο μέσω των διαστάσεων και των εξωτερικών τους χαρακτηριστικών. Ενώ σημαντικό είναι να αναφερθεί, ότι τη περίοδος αυτή φαίνεται να ξεχωρίζουν οι δύο βασικοί ρυθμοί και η «απολίθωση» τους.
Ως αναφορά, την τυραννία στην Αθήνα ο Πεισίστρατος ανέλαβε την εξουσία έπειτα από τρία ανεπιτυχή πραξικοπήματα το 545 π.Χ. Ο Πεισίστρατος κατάφερε να έχει τη λαϊκή στήριξη. Μέσω των κειμένων του Αριστοτέλη και του Θουκυδίδη φαίνεται ο θαυμασμός που έχει ο ίδιος απέναντι στους θεσμούς της πόλης. Κυβέρνησε μέχρι τον θάνατο του το 528 π.Χ. και οι Αθηναίοι, έχοντας εκτιμήσει το έργο του, ανέθεσαν την εντολή συνέχισης της διακυβέρνησης στους γιους του, Ιππία, Ίππαρχο, Ηγησίστρατο (γνωστότερος με το προσωνύμιο ‘Θεσσαλός’) και Ιοφώντα που έγιναν γνωστοί ως «Πεισιστρατίδες». Ο Ιππίας ήταν επικεφαλής του πολιτικού σχεδιασμού, ο Ίππαρχος έγινε γνωστός για τις πνευματικές του ανησυχίες, ενώ ο Ηγησίστρατος διέθετε πολεμικές αρετές. Το γεγονός που κλόνισε την τυραννίδα τους ήταν η δολοφονία του Ιππάρχου στο Λεωκόρειον της Αγοράς από τους Αρμόδιο και Αριστογείτονα το 514. Ο Ιππίας εξακολούθησε να κυβερνά για τα τρία επόμενα χρόνια, χρησιμοποιώντας συχνότατα βία αλλά και ωθούμενος σε αύξηση της φορολογίας, μιας και περσική εντολή του στέρησε την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων του Παγγαίου όρους. Το 511 οι Αλκμεωνίδες με την καίρια συνδρομή του Σπαρτιάτη βασιλιά Κλεομένους Α΄ ώθησαν τον Ιππία στην εξορία. Μετά την οριστική ανατροπή της τυραννίδας των Πεισιστρατιδών οι Αθηναίοι ανακήρυξαν τους δύο νέους ένδοξους φορείς της δημοκρατικής ιδέας («Τυραννοκτόνοι») και τους έστησαν ανδριάντα στην Αγορά το 490 π.Χ. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει ότι υπήρχαν πολιτικοί λόγοι που έπαιξαν ρόλο σε αυτή τη βίαιη πράξη. Είχε προηγηθεί κατά την διάρκεια των χρόνων των Πεισιστρατίδων, η εξορισμένη οικογένεια των Αλκμεωνίδων, είχε αναλάβει την ανακατασκευή του ναού του Απόλλωνος, στους Δελφούς, ο οποίος είχε καεί από ατύχημα (548-547 π.Χ.). Οι Αλκμεωνίδες, από γενναιοδωρία τους, έκτισαν τον ναό από μάρμαρο της Πάρου. Υποχρεωμένοι στους Αλκμεωνίδες οι ιθύνοντες των Δελφών, οποτεδήποτε οι Σπαρτιάτες έρχονταν να συμβουλευθούν το μαντείο, η απάντηση της Πυθίας ήταν: “η Αθήνα πρέπει να ελευθερωθεί”. Με την βοήθεια των Σπαρτιατών, ο Ιππίας αναγκάσθηκε, τέσσαρα χρόνια μετά από τον θάνατο του αδελφού του, να φύγει από την πόλη (510 π.Χ.) και η οικογένεια των Αλκμεωνίδων επέστρεψε στην Αθήνα.

Το οικοδομικό πρόγραμμα στην περιοχή του Ιλισού

     Καθ’όλη τη διάρκεια της τυρρανίας του Πεισίστρατου και των επίγονων του η εικόνα της πόλης αλλάζει και αποκτά νέα μορφή. Δίνεται μεγάλη βαρύτητα στην εκτέλεση δημοσίων έργων, τα οποία πλέον αποκτούν μνημειακές αναλογίες. Το οικοδομικό πρόγραμμα στην περιοχή του Ιλισού, νοτιοανατολικά της Ακροπόλεως, από τους τυράννους της Αθήνας είναι το πρόγραμμα που θα μας αποασχολήσει, καθώς είναι από τα μεγαλύτερα μαζί με το οικοδομικό πρόγραμμα που συντελείτε την ίδια περίοδο στην αγορά των Αθηνών. Αυτές οι δύο περιοχές φαίνεται να ήταν οι περισσότερο προνομιούχες όσον αφορά τα οικοδομικά έργα. Πιο συγκεκριμένα στην περιοχή του Ιλισού το πιο λαμπρό οικοδόμημα που εμπνεύστηκε ο Πεισίστρατος και το συνέχισαν οι απόγονοι του χωρίς όμως να το ολοκληρώσουν είναι αυτό του Ολυμπίου Διός. Το οποίο ολοκληρώθηκε αρκετούς αιώνες αργότερα και συγκεκριμένα κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους (επί αυτοκράτορα Αδριανού, 2ος αι. μ.Χ.). Πλησίον αυτού του οικοδομήματος βρίσκονταν και άλλα ιερά τα οποία αποδίδονται στους τυράννους, όπως το ιερό του Πυθίου Απόλλωνα και ένα ιερό αφιερωμένο στη Γη. Εκείνη τη περίοδο κατασκευάστηκε στη κοίτη του Ιλισσού, ένα υψίστης για την Αθήνα σημασίας αρδευτικό έργο, η περίφημη Εννεάκρουνος (κρήνη με εννέα κρουνούς), στην οποία διοχετεύονταν τα ύδατα της κρήνης Καλιρρόης[1].

 

 

 

Το Ολυμπείον 

Το έργο αυτό αποτελεί ένα από σπουδαιότερα και πιο πολυσύχναστα ιερά της αρχαίας Αθήνας. Είναι το πιο σημαντικό παράδειγμα στο οποίο αντικατοπτρίζονται οι σχέσεις ανάμεσα στο πολιτικό σύστημα και την αρχιτεκτονική. Η λατρεία του Δία στο σημείο είναι αρχαιότερη και ανάγεται στον καιρό του Δευκαλίωνα. Ο αρχαϊκός ναός που προϋπήρχε είχε διαστάσεις περίπου 30×60 μέτρα ήταν περίπτερος και είχε ιδρυθεί πριν από τα μέσα του 6ου αιώνα. Το σχέδιο του δίπτερου ναού υιοθετήθηκε από τους Πεισιστράτιδες και ίσως σχετίζεται με το πρότυπό του, το Ηραίο της Σάμου. Ο κυρίως ναός περικλείεται από μια διπλή σειρά κιόνων που περιβάλλει το μακρόστενο σηκό. Μπροστά από τις όψεις του τοποθετήθηκαν τρεις παράλληλες σειρές από κίονες δημιουργώντας ένα πραγματικό «δάσος» κιόνων, 8×21, συνολικά 104 κίονες[2] είχε σχεδιαστεί με  κρηπίδωμα διαστάσεων 107,70 x 42,90 μέτρων[3] ανταγωνιζόταν σε μέγεθος τα ιερά που υπάρχουν στην περιοχή της Ιωνίας και τα νησιά του Αιγαίου.
Η σύνδεση μεταξύ των ναών της Ιωνίας και του Ολυμπείου δεν είναι σίγουρη[4] διότι μόνο οι διαστάσεις είναι αυτές  που μαρτυρούν σύνδεση και ακόμα και ο ρυθμός διαφέρει στο Ολυμπείο, ήταν ίσως δωρικός τουλάχιστον εσωτερικά. Επίσης, η αισθητά μεγάλη κάτω διάμετρος των σπονδύλων των κιόνων επιβεβαιώνει ότι πρόκειται για δωρικούς. Υπάρχει όμως ένα Ιωνίζων ρεύμα αν αναλογιστεί κανείς ότι ο Πεισίστρατος έχει δημιουργήσει και συμμάχους στη περιοχή του Αιγαίου και στη τέχνη φαίνεται ειδικότερα στη γλυπτική.  Οι τύραννοι ήθελαν να συνδέσουν το όνομα τους με τον Δία, ώστε να δείξουν ότι δεν βρήσκονται τυχαία στην εξουσία αλλά και να δημιουργήσουν ένα έργο που ίσως προσπαθεί να μιμηθεί τα μεγάλα έργα της Ιωνίας. Επίσης μέχρι αυτή τη περίοδο δεν υπήρχε άλλο ιερό αφιερωμένο στον Δία και αυτό είναι ένα ακόμα επιχείρημα υπές της άποψης της σύνδεσης του επίγειου άρχοντα με το θείο. Ο βίαιος τερματισμός του έργου συνέβη το 510 π.Χ. όταν εκδιώχθηκε ο Ιππίας. Το έργο είχε φτάσει μόλις μέχρι το στυλοβάτη. Το 479 π.Χ. ο Θεμιστοκλής χρησιμοποίησε για την οικοδόμηση της γειτονικής πύλης τους, τους ήδη έτοιμους σπονδύλους των κιόνων του ναού. Το μνημείο θεωρήθηκε έργο αλαζονείας των τυράννων κι ο Αριστοτέλης αναφέρει χαρακτηριστικά ότι ο ναός είναι ένα δείγμα του τρόπου που οι τύραννοι απασχολούν τους πολίτες, ώστε να μην συνωμοτούν εναντίον τους.
Στα πρώιμα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο Λυκούργος, ο τελευταίος Αθηναίος ιδρυτής οικοδομημάτων, επιχείρησε να ολοκληρώσει τον ναό, οι προσπάθειές του όμως δεν ευοδώθηκαν. Οι εργασίες για την ανοικοδόμησή του επαναλήφθηκαν στα ελληνιστικά χρόνια από τον Αντίοχο Δ΄ τον Επιφανή (175-163 π.Χ.), πάνω σε σχέδια του Ρωμαίου αρχιτέκτονα Κοσσούτιου. Ωστόσο, ο ναός δεν είχε τελειώσει όταν πέθανε ο Αντίοχος, με αποτέλεσμα να παραμείνει ημιτελής έως την εποχή της Ρωμαιοκρατίας.
Τον εξωραϊσμό όλου του χώρου του ιερού και την αποπεράτωση του ναού ανέλαβε περίπου δύο αιώνες αργότερα, κατά την πενταετία 125-130 μ.Χ., ο φιλέλληνας αυτοκράτορας Αδριανός. Στην τελική του μορφή το κτίριο διαρθρωνόταν σε δίπτερο οκτάστυλο ναό στο πρόδομο και τον οπισθόδομο και εικοσάστυλο στις μακριές πλευρές κορινθιακού ρυθμού (πτερό 8 x 20) ενώ είχε προσθήκη και τρίτης κιονοστοιχίας στις στενές πλευρές. Εσωτερικά διακρινόταν σε τρία μέρη (πρόναο, σηκό, οπισθόδομο) και ίσως έφερε επιπλέον εσωτερικές ιωνικές κιονοστοιχίες κοντά στους εξωτερικούς τοίχους για την στήριξη της στέγης πολύ κοντά κατα μήκος του βόρειου και του Νότιου τοίχους ώστε να μην υπάρχουν πλαϊνά κλίτη. Από τους 104 κίονες του πτερού διατηρούνται σήμερα 13 της νοτιοανατολικής γωνίας και 3 κοντά στη νοτιοδυτική από τους οποίος ο μεσαίος βρίσκεται πεσμένος. Στον σηκό φυλασσόταν το κολοσσιαίο λατρευτικό χρυσελεφάντινο άγαλμα του Διός και κοντά σε αυτό ανδριάντας του Αδριανού, που λατρεύτηκε επίσης ως θεός στον ίδιο ναό. Σύμφωνα με το έργο του Παυσανία ολόκληρος ο περίβολος του ιερού είναι γεμάτος από αδριάντες που έχουν αφιερώσει διάφορες πόλεις που οι Αθηναίοι τις ονομάζουν «άποικοι πόλοις».[5] Ο Αδριανός καθιέρωσε αφετηρία τοπικού χρονολογικού συστήματος την ανέγερση του αγάλματος, όπως φαίνεται σε επιγραφές της εποχής.[6] Στην τελική του μορφή ο ναός είχε στεγασμένο σηκό, χάριν του χρυσελεφάντινου αγάλματος. Ο Ανδριανός έχτισε και το περίβολο του τεμένους ο οποίος αποτελεί ορθογώνιου μήκους 205,85 μέτρων και πλάτους 128,72 με πωρόλιθους, των οποίων η εσωτερική επιφάνεια είναι αδούλευτη. Ενισχύθηκε με χτιστούς πεσσούς ως αντερείσματα λόγο της χρήσης του ως αναλημματικός τοίχος. Παρά τις πολλές αναστηλωτικές εργασίες τηρήθηκε η αρχαία μορφή, καθώς  διατηρήθηκαν στη νοτιοανατολική γωνία και τη βόρεια πλευρά. Η είσοδος στον περίβολο υπάρχει κοντά στη βορειοανατολική γωνία ένα άνοιγμα στο τοίχος πλάτους 2,74 μ. με μικρό τοίχο δεξία και αριστερά σαν δύο  παραστάδες κάθετες στο τοίχο του περιβόλου. Μπροστά από τις παραστάδες υπήρχε κιονοστοιχία τεσσάρων ιωνικών κιόνων. Βορείως του τεμένους διερχόταν δρόμος με γεωμετρικούς τάφους, ενώ στα νότια του ιερού ανακαλύφθηκαν προϊστορικά όστρακα καθώς και κεραμική των αρχαϊκών και κλασσικών χρόνων. Μέσα σε έναν μεγάλο, ορθογώνιο περιτειχισμένο χώρο στέκονται μέχρι σήμερα 15 τεράστιοι κορινθιακοί κίονες, που κάποτε περιέβαλλαν τον μεγαλοπρεπή ναό του Ολυμπίου Διός.

 

Ο Ναός του Πυθίου Απόλλωνα

Η ακριβής θέση του ιερού στην νοτιοανατολική πλευρά της Αθήνας (περιοχή του Ιλισσού) δεν έχει προσδιορισθεί με σιγουριά. Το πιθανότερο είναι να βρισκόταν νοτιοδυτικά του Ολυμπιείου, όπου στα 522/1 π.Χ. αφιερώθηκε από τον Πεισίστρατο τον Νεότερο μνημειακός βωμός προς τιμήν του Πυθίου Απόλλωνος. Τμήματα της ενεπίγραφης βάσης του βωμού σώζονται σήμερα στη συμβολή των συγχρόνων οδών Ιωσήφ των Ρογών και Λεμπέση, στα δεξιά της λεωφόρου Συγγρού. Στην ίδια περιοχή βρέθηκαν ενεπίγραφα βάθρα χορηγικών μνημείων από νίκες σε αγώνες κατά τη γιορτή των Θαργηλίων. Σύμφωνα με τον Παυσανία, στον ναό υπήρχε το άγαλμα του Πυθίου Απόλλωνα πλησίον του προαναφερθέντος βωμού. Σύμφωνα με την παράδοση που έσωσε ο Ησύχιος για το Πύθιο, ο Πεισίστρατος είχε αρχίσει να χτίζει στο τέμενος αυτό τον ναό του Απόλλωνα. Αλλά οι φανατικοί εχθροί της τυραννίας δεν ήθελαν να βλέπουν το μνημείο αποπατούσαν πάνω στο χώρο οικοδομής. Αργότερα, σε μικρή απόσταση απ’το ιερό αυτό δημιουργήθηκε ναός για το Δελφίνειο Απόλλωνα. Ο Δελφίνειος θεός που ταυτίστηκε με τον Απόλλωνα ήταν προστάτης των μακρινών θαλασσινών ταξιδιών και αυτό επιβεβαιώνεται απ’ την παράδοση, όπου ο Θησέας, πριν το ταξίδι στην Κρήτη, προσεύχεται στο Δελφίνειο Απόλλωνα. Στα νοτιοδυτικά του μεταγενέστερου ναού του Δελφινίου Απόλλωνος και σε επαφή με αυτόν βρισκόταν το «Δικαστήριον επί Δελφινίω», υστεροαρχαϊκό κτίσμα (περί το 500), το οποίο δέχθηκε επισκευές κάπου στα τέλη 4ου – αρχές 3ου αι. Η παράδοση αναφέρει, ότι ο μυκηναϊκός συνοικισμός που βρισκόταν πάνω από την Καλλιρόη, ήταν η κατοικία του Αιγέα και αυτού ήταν ο περιφραγμένος χώρος του «επί Δελφινίω Δικαστήριο».[7]

 

 

Η Εννεάκρουνος

Στα έργα που ανήκουν στο αρχιτεκτονικό πρόγραμμα του Πεισίστρατου ανήκει και η κρήνη Καλλιρόη, που υπήρξε μία από τις σημαντικότερες και πιο ονομαστές κρήνες της αρχαίας Αθήνας. Τα νερά της διοχετεύθηκαν στην περίφημη Εννεάκρουνο, που με βάση τις σωζόμενες περιγραφές αποκαθίσταται ως κατασκευή ορθογωνίου σχήματος με, μάλλον κιονοστήριχτη, πρόσοψη προς βορράν, στις πλαϊνές πλευρές της οποίας διαμορφώνονταν αβαθείς υδρομαστευτικές δεξαμενές όπου υπήρχαν οι εννέα κρουνοί εκροής των υδάτων. Η υδροδότησή της γινόταν πιθανότατα από την ανατολική πλευρά μέσω υπόγειου πήλινου αγωγού. Η χρήση της κρήνης ήταν συνδεδεμένη όχι μόνο με τις ανάγκες υδροδότησης της πόλης, για την οποία αποτέλεσε αρδευτικό έργο υψίστης σημασίας, αλλά και με τελετές θρησκευτικού χαρακτήρα, μιας και γνωρίζουμε ότι από αυτήν έπαιρναν νερό οι κόρες της Αθήνας για το γαμικό λουτρό τους. Παρόλο που δε σώζεται στις μέρες μας, αναφέρεται στην αρχαία ελληνική γραμματεία και εικάζεται ότι έχει επίσης απεικονιστεί σε δεκάδες αθηναϊκές μελανόμορφες υδρίες του 6ου αι. π.Χ., οι οποίες αναπαριστούν σκηνές με νεαρές παρθένες να αντλούν νερό από ένα κρηναίο οικοδόμημα. Ο Παυσανίας λανθασμένα την τοποθετεί στην περιοχή της Αγοράς  μία ακόμα κρήνη που χτίστηκε στα Νοτιοανατολικά (530 – 520), πλησίον του Ελευσινίου, όμως πιο αξιόπιστες φαίνεται να είναι οι μαρτυρίες των Ηροδότου και Θουκυδίδου, σύμφωνα με τις οποίες η θέση της εντοπίζεται νοτιοανατολικά της Αγοράς, κοντά στην κοίτη του Ιλισσού ποταμού και σε απόσταση όχι μακρινή από το Ολυμπιείο, ίσως σε σημείο πίσω από την σημερινή εκκλησία της Αγ. Φωτεινής[8].

 

Δημόσια έργα στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής

Στο ιερό της Ακροπόλεως παρατηρείται, όπως και σε άλλα ιερά της περιόδου αυτής, ζωηρή οικοδομική δραστηριότητα. Οι πολλές οικοδομικές φάσεις που προέκυψαν μετά την αρχαική περίοδο δεν μας επιτρέπουν να γνωρίζουμε την κατάσταση του βράχου την περίοδο αυτή. Παρόλα αυτά γνωρίζουμε δύο μεγάλα οικοδομήματα τον ναό του «αρχαίου νεώ» της Αθηνάς (529-520 κατά μία μερίδα μελετητών αυτή ήταν η δεύτερη φάση που γνώρισε ο ναός έπειτα από μία προγενέστερη περί το 570) και του Εκατόμπεδου (570 – 566), ο οποίος χτίστηκε στα νότια του βράχου, δίπλα στον παλαιό ναό της Αθηνάς του 8ου αιώνα και γνώρισε επίσης ανακατασκευές με κατάληξη το Παρθενώνα.
Στον ιερό βράχο τιμώνται και άλλες θεότητες την περίοδο του 6ου αιώνα. Ίσως το γεγονός αυτό να είναι στο πλαίσιο μίας δημαγωγικής πολιτικής των τυράννων που απέβλεπε στις ανάγκες του λαού για δημοφιλείς λατρείες αλλά και για τη σύσφιξη των σχέσεων ανάμεσα στις διάφορες περιοχές της Αττικής. Οι θεότητες αυτές αντικατοπτρίζονται σε βωμούς όπως αυτός του Δία Πολιεύς, της Άρτεμις Βαβρόνας και της Αφροδίτης των Κύπων στις πλαγιές του βράχου σε συνδιασμό με τη λατρεία της Αθηνάς. Επίσης στα νοτιοανατολικά εμφανίζεται η λατρεία του Διονύσου με τη κατασκευή ενώς αρχαίου θεάτρου ενώ στο μονοπάτι που ακολουθούσε η πομπή των Παναθηναίων υπήρχε ένα ιερό αφιερωμένο στις δύο θεότητες.
Την ίδια περίοδο στην Ελευσίνα και τη Δήλο παρατηρούνται κατασκευαστικές οικοδομές. Δύο ναοί ο ένας στον Υμηττο αφιερωμένος στον Πρόσπιο Απόλλονα και ο άλλος στο Σούνιο, ναός αφιερωμένος στη Σουνία Αθηνά οι οποίοι χρονολογούνται στο μέσο του 6ου αιώνα. Επίσης στην Ελευσίνα  το παλαιό ιερό της Δήμητρος περιβλήθηκε από μεγάλο περιμετρικό τείχος. Το Τελεστήριο θα ανακατασκευαστεί σε τετράγωνο σχήμα με δωρική κιονοστοιχία στο εξωτερικό[9].
Επίλογος

    Εν κατακλείδι με όλες αυτές τις επεμβάσεις και τις μετατροπές, η Αθήνα αρχίζει κατά τον 6ο αι. να παίρνει πλέον συγκεκριμένη μορφή ως πόλη. Με το τέλος της τυραννίδας και με την εμπειρία που είχε αποκτήσει από κάθε μορφή πολιτειακής μεταβολής, την πορεία μετάβασης προς τη σταθερότητα και, τελικά, τη δημοκρατία επρόκειτο να αναλάβει να πραγματοποιήσει ο γιος του Μεγακλή και εγγόνος του Αλκμέωνος Κλεισθένης.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[1]Βερισσαλοπούλου-Βερονίκη Lezine  2002,  90

[2] Παπαχατζής Ν. Δ. 2002, 273 Σημ: Στην Έφεσο είχε 117 κίονες, των Διδύμων είχε 120 και το παλαιότερο στη Σάμο 112 κίονες

[3]Παπαχατζής Ν. Δ. 2002, 273 Ι, 18, 6  Σημ: Το Ηραίο της Σάμου είχε διαστάσεις στο στυλοβάτη 115,80 Χ 59,70 μέτρα το Αρτεμήσιο της Εφέσου 111,48 Χ 44 μέτρα και ο Ναός του διδυμαίου Απόλλωνα στη Μίλητο 109,34 Χ 51,13 μέτρα

[4] Βερισσαλοπούλου-Βερονίκη Lezine  2002 87-89

 

[5] Παπαχατζής Ν. Δ 2002, Ι, 18, 6

[6] Παπαχατζής Ν. Δ. 2002, 274 Ι, 18, 6

[7] Παπαχατζής Ν. Δ. 2002, 281  Ι, 19, 6

[8] Βερισσαλοπούλου-Βερονίκη Lezine  2002 95

[9] Βερισσαλοπούλου-Βερονίκη Lezine  2002, 90-91

Βιβλιογραφία

  • Βερισσαλοπούλου-Βερονίκη Lezine 2002 «Αρχιτεκτονική και Πολιτική στην Αρχαία Ελλάδα το παράδειγμα της Αρχαϊκής περιόδου»  ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΡΔΑΜΙΤΣΑ Αθήνα
  • Μαστραπάς Αντ. Ν. 2003 «Ελληνική αρχιτεκτονική απο τους πρώιμους ιστορικούς χρόνους μέχρι τη ρωμαιοκρατία» ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΡΔΑΜΙΤΣΑ Αθήνα
  • Παπαχατζή Νικ. Δ. 2002 «Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησης Αττικά» ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ Α.Ε Αθήνα
  • Gruben 2015 «Ιερά και Ναοί των Αρχαίων Ελλήνων» ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ – Α.ΚΑΡΔΑΜΙΤΣΑ ΑΘΗΝΑ
  • Hostler Tonio 2005 «Κλασική Αρχαιολογία Βασικές Γνώσεις» UNIVERSAL STUDIO PRESS ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
  • Αρχαιολογία της πόλης των Αθηνών http://www.eie.gr/archaeologia/gr/index.aspx
  • http://www.hydriaproject.net

 

  • 2
  • 55

YOU MIGHT ALSO LIKE