Η είσοδος της Ελλάδας και της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ – Του Αποστόλη Σερέτη

Η λήξη του εμφυλίου πολέμου, έφερε μαζί της και μία πολιτική αστάθεια της αστικής κυβερνητικής εξουσίας. Τα έκτακτα μέτρα του εμφυλίου συνεχίστηκαν, τα βασιλικά προνόμια διευρύνθηκαν, η νομοθετική λειτουργία της Βουλής υποκαταστάθηκε ενώ στην ύπαιθρο τρόμο σκορπούσαν τα Τάγματα Εθνικής Ασφάλειας. Ο έλεγχος νομιμοφροσύνης πολιτών και το φακέλωμα χιλιάδων υπόπτων για κομμουνιστική δράση ήταν χαρακτηριστικό στοιχείο της εποχής, ενώ πολλά στρατοδικεία πραγματοποιήθηκαν για αντεθνικούς λόγους με στόχο κυρίως στελέχη του παράνομου πλέον ΚΚΕ.

Βασικό χαρακτηριστικό στοιχείο της μετεμφυλιακής περιόδου είναι η ρήξη του εαμικού κινήματος με το ΚΚΕ, η διαφοροποίηση μέρους βενιζελογεννών δυνάμεων απέναντι στον αντικομμουνισμό του συντηρητικού και αυταρχικού κράτους της δεξιάς παράταξης.

Αυτό που χαρακτηρίζει την περίοδο μετά τον Εμφύλιο μέχρι και την ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ, είναι μία συνεχόμενη εναλλαγή κυβερνήσεων, με ένα μικρό κεντρώο διάλειμμα όπου τρία κόμματα τον Μάρτιο του 1950 κέρδισαν την πλειοψηφία ψήφων και εδρών εξαιτίας της πολυδιάσπασης της Δεξιάς παράταξης. Έτσι σχηματίστηκε η κυβέρνηση Σοφοκλή Βενιζέλου. Μετά την καταψήφιση της κυβέρνησης Σοφοκλή Βενιζέλου, η εντολή δόθηκε από τον Βασιλιά Παύλο στον αρχηγό της ΕΠΕΚ Νικόλαο Πλαστήρα που ορκίστηκε στις 15 Απριλίου 1950. Ο Πλαστήρας αναγκάστηκε να παραιτηθεί αμέσως μετά το λόγο που έβγαλε στην Τήνο στις 15 Αυγούστου για τα «μέτρα επιείκειας» και τις αντιδράσεις που προκάλεσαν.

Έπειτα ακολούθησαν 6 κυβερνήσεις και μία υπηρεσιακή κυβέρνηση. Ο Σοφοκλής Βενιζέλος και ο Νικόλαος Πλαστήρας αποτελούσαν τους βασικούς πυλώνες αυτών των συνεχόμενων κυβερνητικών εναλλαγών τη διετία 1950-1952. Η υποστήριξη που απολάμβανε ο Παπάγος από τον αμερικανικό παράγοντα και η πολιτική αστάθεια, τον ώθησαν να παραιτηθεί από τις τάξεις του στρατού και να γίνει αρχηγός του Ελληνικού Συναγερμού και να γεφυρώσει την αδυναμία πια αλλά και την κλασική διαίρεση των Ελλήνων σε βενιζελικούς και αντιβενιζελικούς.[1]

Σημείο σταθμός της περιόδου αυτής, είναι οι εκλογές του Σεπτέμβρη 1951. Η κυβέρνηση Νικολάου Πλαστήρα 1951 (27 Οκτωβρίου 1951-11 Οκτωβρίου 1952) πήρε τη θέση της κυβέρνησης Σοφοκλή Βενιζέλου του Νοεμβρίου 1950 μετά τις εκλογές της 9ης Σεπτεμβρίου 1951. Μετά την άρνηση του Αλεξάνδρου Παπάγου, αρχηγού του Ελληνικού Συναγερμού που είχε πάρει το μεγαλύτερο ποσοστό στις εκλογές, η κυβέρνηση σχηματίστηκε με συνεργασία του δευτέρου κόμματος του Νικολάου Πλαστήρα και του τρίτου κόμμα του Σοφοκλή Βενιζέλου. Η συμμετοχή στον πόλεμο της Κορέας και η καταδίκη και εκτέλεση του ηγετικού στελέχους του παράνομου ΚΚΕ Νίκου Μπελογιάννη αλλά και την ένταξη της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ ακόμα κι αν ο ίδιος ο Πλαστήρας το Φεβρουάριο του 1952 αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας.

Οι ΗΠΑ ήθελαν την ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεων απέναντι στα προνόμια του βασιλιά καθώς υπήρχαν μεγάλες διαφορές με τη Μεγάλη Βρετανία ως προς τη συγκρότηση και την ιεράρχηση των κέντρων εξουσίας και το πως θα ασκείται η ξένη επιρροή. Οι ΗΠΑ δεν ήταν υπερ της μοναρχίας και ήθελαν ένα πολιτικό πρόσωπο το οποίο θα είχε την αποδοχή των ενόπλων δυνάμεων καθώς επίσης και του χώρου της δεξιάς και κεντρώας παράταξης. [2]

Την ίδια περίοδο η κυβέρνηση Πλαστήρα πιεζόταν από παρακρατικούς και εξωγενείς παράγοντες. Το Μάιο του 1951 πραγματοποιήθηκε κατάληψη του ΓΕΕΘΑ  και του ΓΕΣ στα παλιά ανάκτορα από μία ομάδα αξιωματικών των ΙΔΕΑ, της παραστρατιωτικής οργάνωσης με έντονα αντικομμουνιστικά στοιχεία και παρεμβάσεις στην πολιτική ζωή του τόπου. Κάτι που καταδεικνύει την επιλογή του Παπάγου ως ανερχόμενου πόλου σταθερής εξουσίας στην Ελλάδα, αυτό που δηλαδή ήθελαν οι ΗΠΑ, είναι το γεγονός πως στις 4 Ιουνίου 1951 ο Παπάγος επισκέφθηκε στο σπίτι του Αμερικανού πρέσβη τον Πιουριφόι στην Εκάλη. [3]

Το παλάτι δυσφορούσε από τη ραγδαία άνοδο της δημοτικότητας του Παπάγου αλλά όπως επισημαίνει και ο Γιανουλόπουλος, μεγαλύτερη ήταν η ανησυχία διότι ο Παπάγος είχε την υποστήριξη των ΗΠΑ. Αυτό εξηγείται και από το γεγονός ότι οι ΗΠΑ επιθυμούσαν έναν άνθρωπο ο οποίος είχε μία στέρεη επιρροή στις ένοπλες δυνάμεις. Ο Γιανουλόπουλος υποστηρίζει ότι ο πολιτικός έλεγχος και η πολεμική ετοιμότητα ήταν αυτό που ενδιέφερε τις ΗΠΑ και ότι ο Παπάγος είχε τη δυνατότητα να αποτελέσει έναν αυτόνομο κέντρο εξουσίας.[4] Η διετία 1950-1952 χαρακτηρίζεται από αυθαίρετες πράξεις της κρατικής ασφάλειας και παρακρατικών μηχανισμών.

Εν μέσω αυτής της μεγάλης πολιτικής αστάθειας, οι διπλωματικοί κύκλοι των ΗΠΑ, της Ελλάδας και της Τουρκίας έχουν ξεκινήσει συστηματικά να προετοιμάζουν το έδαφος για την ένταξη των δύο γειτονικών κρατών στο ΝΑΤΟ. Και τα δύο κράτη, είχαν εκφράσει από πολύ νωρίτερα την επιθυμία τους για ένταξη αλλά και συνεργασίες με το ΝΑΤΟ.

Από την ίδρυση του ΝΑΤΟ τον Απρίλιο του 1949, είχαν εκφραστεί ορισμένες επιφυλάξεις για τη νοτιοανατολική πτέρυγα της βορειοατλαντικής συμφωνίας. Παρά το γεγονός ότι οι πρώτοι παραλήπτες της αμερικανικής βοήθειας ήταν η Ελλάδα και η Τουρκία, κάτι που δείχνει και τις βλέψεις των ΗΠΑ για τη νοτιοανατολική Μεσόγειο, είχαν εκφραστεί κάποιες αντιρρήσεις. Η Νορβηγία, η Ισλανδία και η Δανία, εκτιμούσαν ότι η μη σταθεροποίηση της κατάστασης στην Ελλάδα, οι ελλείψεις της Τουρκίας και της Ελλάδας σε στρατιωτικής ενισχύσεις στο ΝΑΤΟ και το γεγονός ότι η ένταξη των δύο αυτών χωρών στο σύμφωνο, θα αποτελούσε πρόκληση προς την ΕΣΣΔ, ήταν λόγοι που οι εν λόγω χώρες είχαν εκφράσει τους δισταγμούς τους. Ωστόσο η Μεγάλη Βρετανία θεωρούσε τη Τουρκία σημαντική διότι θα μπορούσε να της ανατεθεί ουσιαστικός ρόλος για την Εγγύς και τη Μέση Ανατολή ενώ από την άλλη μεριά οι ΗΠΑ επιδίωκαν τη στρατιωτική στήριξη της Γιουγκοσλαβίας.[5]

Ο Βαν Φλιτ, πριν αποχωρήσει για την Αμερική το καλοκαίρι του 1950 επεσήμανε στον Αυλάρχη Λεβίδη  ότι σε περίπτωση γενίκευσης της σύγκρουσης στο πόλεμο της Κορέας, η κυβέρνηση του Πλαστήρα, θα αποδεικνυόταν Πέμπτη φάλαγγα και γι’αυτό θα έπρεπε να αποκατασταθεί από τη κυβέρνηση Πλαστήρα. [6]

Συγκεκριμένα, στις 9 Οκτωβρίου του 1950, εστάλη σημείωμα Αμερικανών αξιωματούχων στην αρμόδια επιτροπή του ΝΑΤΟ, κάνοντας λόγο για την επιθυμία σύνδεσης των τουρκικών και ελληνικών κυβερνήσεων με τον στρατιωτικό σχεδιασμό του βορειοατλαντικού συμφώνου. Χαρακτηριστικά αναφέρεται «…Έχοντας ενημερωθεί ότι οι τουρκικές και οι ελληνικές κυβερνήσεις επιθυμούν να συνάψουν συμφωνίες σύνδεσης με το ΝΑΤΟ σε κατάλληλες φάσεις στρατιωτικού σχεδιασμού, ζητώ από την μόνιμη ομάδα να εξετάσει το θέμα και να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για την κατάλληλη συμπερίληψη της Τουρκίας και Eλλάδα στο βόρειο ατλαντικό αμυντικό σχεδιασμό στη μεσογειακή περιοχή… Το ζήτημα αυτό παραπέμπεται στην διεθνή ομάδα εργασίας για σύσταση στην μόνιμη ομάδα ως ζήτημα προτεραιότητας…»[7]

Όπως αναφέρθηκε και στο προηγούμενο κεφάλαιο, οι ΗΠΑ στην περίπτωση της Ελλάδας, είχαν εντοπίσει στο πρόσωπο του Παπάγου τον άνθρωπο εκείνο που θα μπορούσε να φέρει την ισορροπία στην πολιτική ζωή της χώρας και θα συγκέντρωνε γύρω του τα συντηρητικά στοιχεία της κοινωνίας αλλά θα αναγνωριζόταν και από τις ένοπλες δυνάμεις. Η κυβέρνηση Πλαστήρα, είχε αντιμετωπίσει το αποτυχημένο πραξικόπημα των αξιωματικών του ΙΔΕΑ, οι προτάσεις για αμνηστία και λήξη των διώξεων του Πλαστήρα δεν ήταν κάτι που ήταν στα άμεσα πλάνα των ΗΠΑ και είχε ξεσηκώσει αντιδράσεις από το στρατόπεδο των συντηρητικών και εθνικοφρόνων. Έτσι, δινόταν η ευκαιρία στον αμερικανικό παράγοντα να προωθήσει τον πολιτικό της επιλογής του, αφού πρώτα χρεωνόταν στην ελληνική γνώμη η κυβέρνηση Πλαστήρα και πλέον Σοφούλη, καθώς από το Νοέμβριο ο γηραιός κεντρώος πολιτικός είχε νοσήσει, την ένταξη στο ΝΑΤΟ και την εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη.

Επίσης από τις 22 Απριλίου 1951, είχε υπογραφεί στο Λονδίνο μεταξύ της αντιπροσωπείας Τουρκίας και Ελλάδας ένα πρωτόκολλο με το Συμβούλιο του Βορειοατλαντικού Συμφώνου, όπου εξέφραζαν την πρόθεση τους να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ. [8]

Χαρακτηριστικό αυτής της οπτικής, είναι το γεγονός ότι μόλις δύο βδομάδες πριν τη κρίσιμη διάσκεψη της Λισαβόνας όπου αποφασίστηκε η ένταξη της Ελλάδας και της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, ο γνωστός Αμερικανός διπλωμάτης Τσαρλς Γιοστ αποστέλλει στο State Department, έκθεση στις 7 Φεβρουαρίου 1952, όπου κάνει λόγο για τη κυβέρνηση του Βενιζέλου και την προοπτική προώθησης του Παπάγου. «…χάνουμε ειλικρινά την εμπιστοσύνη μας στην ικανότητα της παρούσας κυβέρνησης να παράσχει την απαραίτητη σταθερότητα στους στρατιωτικούς τομείς, στους τομείς των οικονομικών και της ασφάλειας και να σκιαγραφήσει τις κύριες αιτίες της δυσαρέσκειας μαςΑναφερόμαστε στη πιθανότητα συνασπισμού και αισθανθήκαμε και μετά την τελευταία συνομιλία του (εννοεί τον Βενιζέλο) με τον Παπάγο, ο στρατάρχης συμφωνεί επίσης. Ωστόσο, στο κοινό πρέπει να προσφερθεί κάποια εύλογη δικαιολογία για την ανατροπή της κυβέρνησης και δεν θεωρεί ότι υπάρχει δικαιολογία ακόμα. Υπάρχει η απρόθυμη επιβεβαίωση της φήμης του ως καταστροφέα κυβερνήσεων…».[9]

Στην πολύ σημαντική αυτή αναφορά η απάντηση ήταν άμεση από την Ουάσιγκτον και συγκεκριμένα στις 8 Φεβρουαρίου 1952 με υπόμνημα του υπουργού Εξωτερικών προς τον αναπληρωτή γραμματέα του κράτους για τις ανατολικές, νοτιοασιατικές και αφρικανικές υποθέσεις. «…Μετά το υπουργικό συμβούλιο σήμερα, ο πρόεδρος μου είπε ότι είχαμε αναφορές από την Ελλάδα για τις πληγές του Παλατιού ενάντια στον στρατηγό Παπάγο. Αυτά ήταν ανησυχητικά τόσο για την επίπτωση στη δυνατότητα δημιουργίας μιας σταθερής κυβέρνησης στην Ελλάδα και λόγω της επίδρασής τους στον Στρατό. Είπα ότι είχαμε παρόμοιες αναφορές μέσω της Πρεσβείας της Αθήνας και ότι είχα μιλήσει με τον Πρέσβη Πιουριφοι που πίστευε ότι πρέπει να χρησιμοποιήσουμε την επιρροή μας για να συμπεριλάβουμε τον στρατηγό Παπάγο μαζί με τον κ. Βενιζέλο στην κυβέρνηση και ενδεχομένως με νέες εκλογές ο βασιλιάς χρησιμοποιώντας τη δύναμη που του χορήγησε το κοινοβούλιο να συνεχίσει με ένα εκλογικό πλειοψηφικό σύστημα ψηφοφορίας …».[10]

Έτσι κάτω από αυτό το διπλωματικό παρασκήνιο, στις 21 Φεβρουαρίου 1952 πραγματοποιείται η βορειοατλαντική διάσκεψη Λισαβόνας. Η Ελλάδα γίνεται μέλος του ΝΑΤΟ μαζί με τη Τουρκία. Η υποδοχή του τύπου είναι ιδιαίτερα χλιαρή καθώς διαβάζουμε στο Βήμα την Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 1952, ανταπόκριση του Ε.Τζαμουράνη, στη στήλη Τα Ελληνικά πράγματα από την σκοπιά της Ουάσιγκτον. Οι ειδικοί εις την Ουάσιγκτον, εξαίρουν δύο ριζικάς και ιστορικάς μεταρρυθμίσεις που έγιναν εις τας ελληνικάς ένοπλους δυνάμεις μετά τον παγκόσμιον πόλεμον: την ανύψωσιν του βιοτικού επιπέδου του στρατιώτου και τον αποκομματισμό… Ο κομματισμός θεωρείται ως το χειρότερον διαλυτικόν ενός στρατού… Η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια θα συνεχισθή εφόσον οι διεθνείς συνθήκαι το απαιτούν και θα παύση όταν η ειρήνη σταθεροποιηθεί.[11]

Ένα από τα πρώτα ζητήματα που απασχολούν τη κοινή γνώμη σχετικά με την ένταξη είναι το Κυπριακό ζήτημα. Ωστόσο αυτό που σκέπασε το γεγονός ήταν στις 30 Μαρτίου 1952 η εκτέλεση Μπελογιάννη. Διεθνή κινητοποίηση και αλληλεγγύη που εκδηλώθηκε προς το πρόσωπό του έφερε σε ακόμα πιο δύσκολη θέση τη κυβέρνηση. Προοδευτικές προσωπικότητες και απλοί άνθρωποι από όλον τον κόσμο με εκδηλώσεις διαμαρτυρίας και τηλεγραφήματα προς την κυβέρνηση Πλαστήρα, που σε μία μόνο εβδομάδα έφτασαν τις 250.000, κατέβαλαν απεγνωσμένες προσπάθειες να ακυρώσουν την εκτέλεση της απόφασης του Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών, το οποίο οδήγησε τον Μάρτιο του 1952 τον Μπελογιάννη και τους συντρόφους του στον θάνατο.

Κάτω από το πλαίσιο της κοινής ένταξης της Τουρκίας και της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ, τον Απρίλιο του 1952, επισκέφθηκε ο πρωθυπουργός της Τουρκίας Μεντερές την Ελλάδα  μαζί με τον υπουργό εξωτερικών του Κιοπρουλού. Ωστόσο η λαϊκή δυσαρέσκεια διογκώθηκε παρά το εγκάρδιο κλίμα των πολιτικών αρχηγών των δύο κρατών. Τον Μάιο πραγματοποιήθηκαν μεγάλα συλλαλητήρια στην Αθήνα λόγω της άρνησης της κυβέρνησης να βάλει το κυπριακό ζήτημα στην ημερήσια διάταξη προς συζήτηση στον ΟΗΕ.[12]

Μετά από πολλές τρικυμίες και δυσαρέσκεια, η κυβέρνηση παραιτείται και ορκίστηκε η Υπηρεσιακή κυβέρνηση Δημητρίου Κιουσόπουλου 1952 με πρωθυπουργό τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτριο Κιουσόπουλο που διεξήγαγε τις εκλογές της 16ης Νοεμβρίου 1952 με πλειοψηφικό σύστημα. Στις εκλογές νικητής αναδείχτηκε με πολύ μεγάλη πλειοψηφία ο Στρατάρχης Αλέξανδρος Παπάγος.

Στις βουλευτικές εκλογές έγιναν στην Ελλάδα στις 16 Νοεμβρίου 1952 από την υπηρεσιακή κυβέρνηση Κιουσόπουλου. Ο αριθμός των εδρών του κοινοβουλίου είναι τώρα σταθερός μη μεταβαλλόμενος (300). Ο Γεώργιος Παπανδρέου συνεργάζεται με τον Ελληνικό Συναγερμό, εξασφαλίζοντας έτσι την παρουσία του στη νέα Βουλή. Το σύστημα, ύστερα από συμφωνία Παπάγου και Πλαστήρα, είναι πλειοψηφικό.

Λόγω του πλειοψηφικού συστήματος, ο Ελληνικός Συναγερμός πέτυχε μία από τις μεγαλύτερες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες. Επί 300 εδρών έλαβε 247, το 82,33% των εδρών. Η ΕΔΑ έμεινε εκτός κοινοβουλίου. Στις 19 Νοεμβρίου 1952 ορκίζεται Πρωθυπουργός ο Αλέξανδρος Παπάγος. Εξαιτίας του πλειοψηφικού συστήματος, δεν υπήρχαν επιλαχόντες βουλευτές και χρειάστηκε να γίνουν επαναληπτικές εκλογές σε ορισμένες εκλογικές περιφέρειες το 1953 και το 1954. Πλέον οι ΗΠΑ είχαν αυτό που χρειάζονταν. Μία σταθερή κυβέρνηση, ευρείας αποδοχής στις ένοπλες δυνάμεις, όπου μπορούσε να αποτελέσει ένα σταθερό πόλο εξουσίας. Ταυτόχρονα επιτεύχθηκε η συμφωνία με τη Τουρκία και η κοινή ένταξη των δύο χωρών στο ΝΑΤΟ κάτι που διευκόλυνε τα σχέδια της για την Μεσόγειο και μετέπειτα τη Μέση Ανατολή.

____________________________________________

[1] Βακαλόπουλος Ε. Απόστολος, Νέα ελληνική ιστορία 1204-1985, Βάνιας,Θεσσαλονίκη 2005, σελ.446

[2] Γιανουλόπουλος Ν. Γιάννης, ο.π, σελ.289

[3] Συλλογή, Χρονικό του 20ου αιώνα, ο.π, σελ. 791

[4] Γιανουλόπουλος Ν. Γιάννης, ο.π, σελ.289

[5] Ο.π, σελ.122

[6] Συλλογή, Χρονικό του 20ου αιώνα, ο.π, σελ. 779

[7] ΝΑΤΟ Unclassified, S.G.80,9 October 1950,Page 1, only, Note by the secretaries to the standing group

[8]U.S Military Forces in Europe:The Early years 1945-1970, , Irene Lagani, U.S Forces in Greece in the 1950s, Westview Press,1 edition ,1993 p.310

[9] https://history.state.gov/historicaldocuments/frus 1952-54v08/pg_780. FRUS, 1952-1954, Eastern Europe:Soviet Union, Eastern Mediterranean, volume VIII,p.780

[10] https://history.state.gov/historicaldocuments/frus 1952-54v08/d420, FRUS, 1952-1954, Eastern Europe:Soviet Union, Eastern Mediterranean, volume VIII, No 420

[11] Εφημερίδα Το Βήμα, αρ.φ.2066, Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 1952, Τα ελληνικά πράγματα από την σκοπιά της Ουάσιγκτον,Ε.Τζαμουράνης

[12] Συλλογή, Χρονικό του 20ου αιώνα, ο.π. σελ.803

Πηγή: Ατέχνως

  • 3
  • 138