Categories

Ένα σχόλιο για τον αριστερισμό – Tου Λευτέρη Στάικου

Το εργατικό κίνημα, διαγράφει από τη γέννησή του μια πορεία μέσα από αντιφάσεις, ματαιώσεις, κατακτήσεις, επιτυχίες κι αποτυχίες. Διαρκής στόχος του ήταν και είναι η όσο το δυνατόν καλύτερη προσαρμογή στις εκάστοτε συνθήκες, ώστε να μπορεί να κατευθύνει τις ενέργειές του αποτελεσματικά, με τέτοιο τρόπο που να καταφέρνει χτυπήματα στη κεφαλαιοκρατική τάξη προς όφελός του, ενισχύοντας ταυτόχρονα τη θέση του στο συσχετισμό δύναμης. Μέσα στις κυκλικές διαδρομές που χαρακτηρίζουν την ελεύθερη αγορά, η κάθε τάξη είναι αναγκασμένη πότε να επιτίθεται-πότε να αμύνεται απέναντι στην άλλη. Όταν φερ’ ειπείν το μεγάλο κεφάλαιο βρίσκεται στη φάση της αναζωογόνησης και ύστερα της ανόδου όπου επανατοποθετείται στη παραγωγή και ανακάμπτει η κερδοφορία του, τότε γίνεται αμείλικτο. Το εργατικό κίνημα τότε δείχνει να υποχωρεί πρόσκαιρα, μέχρις ότου εμφανιστεί η επόμενη δομική οικονομική κρίση οπότε και ατσαλώνεται για να μην χάσει τα κεκτημένα του.

Το ότι οι αντικειμενικές-υλικές προϋποθέσεις για τη μετάβαση στον σοσιαλισμό είναι υπαρκτές, έχει γίνει γνωστό ήδη από τον 19ο αιώνα και την μαρξική οικονομική ανάλυση. Σήμερα, στην εποχή του μεταφορντισμού, των νέων τεχνολογιών και της υπερανάπτυξης της τεχνικής εν γένει, οι προϋποθέσεις αυτές είναι αναμφίβολα ακόμα πιο εμφανείς, και οπωσδήποτε οι προοπτικές για μια κοινωνία της αφθονίας που θα βαίνει προς το βασίλειο της ελευθερίας από το βασίλειο της αναγκαιότητας, μπορούν από τώρα να εντοπιστούν.

Η ωρίμανση ωστόσο των υλικών συνθηκών και το ανέφικτο της περαιτέρω ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων (ΠΔ) μέσα στις υφιστάμενες παραγωγικές σχέσεις δεν σημαίνει το αυτόματο ποιοτικό άλμα στον σοσιαλισμό σαν αποτέλεσμα δήθεν της συσσώρευσης πολλών ποσοτικών μεταβολών, όπως ισχυρίστηκαν κάποτε οι οικονομιστές. Με την ίδια λογική, το ώριμο των αντικειμενικών συνθηκών δεν συνεπάγεται μηχανιστικά και το ώριμο των υποκειμενικών συνθηκών. Διότι το αντικείμενο, υπό την ιδιότητά του ως αυτού που έχει διαμορφωθεί και υπάρχει πέρα κι έξω από μας, εξελίσσεται στη βάση της εξέλιξης των ΠΔ και της κυριαρχίας του ανθρώπου στη φύση. Μπορεί να αναλυθεί συγκεκριμένα και να εξεταστεί στην ιστορική μορφή του, δηλαδή μέσα σε καθορισμένες συνθήκες ανάπτυξης της υλικής παραγωγής των αναγκαίων μέσων της ζωής. Επίσης το αντικείμενο, δεν οπισθοδρομεί, υπό την έννοια ότι βρίσκεται σε συνεχή εξέλιξη προς τα μπροστά, ακόμη κι όταν στις κρίσεις καταστρέφονται μεγάλα τμήματα των ΠΔ. Άρα, από τη στιγμή που αντικειμενικά υπάρχει η τεχνογνωσία και η δυνατότητα, δεν μπορούν αυτές να αναιρεθούν.

Το υποκείμενο απεναντίας, το επαναστατικό υποκείμενο, η εργατική τάξη ως τάξη για τον εαυτό της, οπισθοδρομεί, διασπάται, εμποδίζεται κλπ, επομένως μπορεί να χάσει το δρόμο της προς τη ταξική χειραφέτηση άρα και την πανανθρώπινη χειραφέτηση, ειδικά όταν μέσα τους κόλπους της αναδύονται ρεύματα και τάσεις εκπροσωπούμενα από αγωνιστές που είτε λόγω απειρίας, είτε λόγω οπορτουνιστικής στροφής, είτε κάποτε κι εξαιτίας υπέρμετρης επαναστατικότητας, παρερμηνεύουν τις πραγματικές δυνατότητες για μια κομμουνιστική επανάσταση με συνέπεια άλλοτε να την προωθούν και άλλοτε να την ματαιώνουν. Ιστορικά, τέτοιες παρεκκλίσεις, αριστερές ή δεξιές, εμφανίζονταν απ’ τα γεννοφάσκια του κινήματος κι εκδηλώνονταν με ποικίλες μορφές, οι οποίες σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να εξετάζονται γενικά, αφηρημένα, αλλά ειδικά, συγκεκριμένα, δηλαδή να εξετάζεται η κάθε παρέκκλιση απ΄την κλασική μαρξική-μαρξιστική μεθοδολογία, ώστε να αξιολογείται η κάθε μία έλλειψη ή λαθεμένη τακτική ξεχωριστά.

Η διακριτή λοιπόν τοποθέτηση πάνω στην εκάστοτε ειδική παρέκκλιση ή στην κάθε τάση, είναι σημαντική και για την ορθή αντίληψη σχετικά με τις δυνατότητες αυτών των τάσεων να προκαλέσουν σοβαρή ενδοκινηματική διάσπαση, ακυρώνοντας την ζητούμενη ενότητα. Και δεν είναι λίγες οι φορές που μια φαινομενικά ακίνδυνη τάση μέσα σε ένα εργατικό κόμμα γιγαντώνεται για να καταλήξει σε φράξια που τελικά αποκόβεται και εξελίσσεται σε ανεξάρτητη οργάνωση. Κι αυτή η αξιολόγηση της κάθε παρέκκλισης, μας επιτρέπει επιπλέον και να εξάγουμε συμπεράσματα γύρω από αυτές τις παρεκκλίσεις που μπορούν με την κατάλληλη παρέμβαση και διαφώτιση να χάσουν τη διαλυτική ικανότητά τους και οι διασπαστικοί να επαναφερθούν στη κινηματική κανονικότητα. Έτσι για παράδειγμα, αλλιώς αντιμετωπίζεται ένας ευρωκομμουνιστής της δεκαετίας του ’70, κι αλλιώς ένας αριστεριστής/υπεραριστερός/αριστερός κομμουνιστής (οι όροι αυτοί αναφέρονται στην ίδια ουσία) που στην ίδια χρονική περίοδο οδηγείται σε δρόμους και μορφές δράσεις που δεν εισφέρουν θετικά στην ενδυνάμωση της ταξικής πάλης. Και πράγματι, ο ίδιος ο Λένιν, στο έργο του ”Ο Αριστερισμός. Η παιδική αρρώστια του Κομμουνισμού.” διατυπώνει ρητά την άποψη ότι ένας ”αριστερός κομμουνιστής” είναι πολύ πιο εύκολο να επανενσωματωθεί στον κορμό του κινήματος σε σύγκριση με έναν ρεφορμιστή σοσιαλδημοκράτη (ο όρος σοσιαλδημοκράτης όταν έγραφε ο Λένιν το κείμενο, δεν είχε προσλάβει ακόμα την αρνητική σημασία που έλαβε στα χρόνια του Α’ ΠΠ).

 

Αντίστοιχα, και στο προηγούμενο παράδειγμα, την δεκαετία του ’70 ένας ευρωκομμουνιστής εξέφραζε τη δεξιά παρέκκλιση που πλέον ολοκλήρωνε μια πορεία αντισοβιετισμού και εν γένει αντιμαρξισμού, χαράζοντας έναν δρόμο χωρίς επιστροφή. Την ίδια δεκαετία, οι διάφορες αριστερίστικες οργανώσεις που δρούσαν στα πλαίσια της “ατομικής τρομοκρατίας”. αποτύπωναν τη δυσφορία και την οργή ενός τμήματος της εργατικής τάξης που έπρεπε να εξωτερικευτεί, ανεξάρτητα από το εάν είχε τα εχέγγυα να αποτελέσει τη σπίθα που θα άναβε τη φωτιά. Σε κάθε περίπτωση όμως, η πρόωρη, ανώριμη κι οπωσδήποτε απομονωμένη από το υπόλοιπο κίνημα συνωμοτική δράση αυτών των ομάδων είναι μια αριστερή παρέκκλιση που τουλάχιστον δεν πρόδωσε την υπόθεση της επανάστασης, έστω κι αν υιοθέτησε στρεβλές, περιορισμένες και κάποτε αντιδραστικές (εκ του αποτελέσματος) τακτικές.

Ο αριστερισμός βέβαια στην εποχή του Λένιν, δεν συνίστατο τόσο στην ατομική τρομοκρατία, μολονότι και τότε ακόμα υπήρχαν πολλά τέτοια περιστατικά (πχ. και το Σοσιαλεπαναστατικό κόμμα των εσέρων προέβαινε σε ανάλογες πρακτικές), όσο στην άρνηση συμμετοχής σε θεσμούς και μηχανισμούς του αστικού κράτους. Μια κλασική αριστερίστικη αντίληψη ασκούσε κριτική στη συμμετοχή των εργατικών κομμάτων στις εκλογικές διαδικασίες, θεωρώντας αυτή τη συμμετοχή συμβιβασμό με τη κυρίαρχη τάξη, κι άρα προέκρινε στον αντίποδα την αποχή από τις εκλογές, τα κοινοβούλια και την άρνηση κάθε συνεργασίας με τα αστικά κόμματα. Ο Λένιν αντιδρούσε σε αυτές τις θεωρήσεις που σε πολλά ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά κόμματα πυροδοτούσαν έντονες τριβές και σεχταρισμούς ανάμεσα στα μέλη και τις ηγεσίες τους( χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν ο Μπορντίγκα στην Ιταλία και ο Ράντεκ στη Γερμανία) με τον ισχυρισμό πως η δράση των κομμουνιστών έστω και σε έναν άκρως αντιδραστικό θεσμό όπως το αστικό κοινοβούλιο, δίνει τη δυνατότητα σε απομακρυσμένα και ακαλλιέργητα τμήματα της εργατικής μάζας να γνωρίσουν το κόμμα τους μέσα από τις νόμιμες ενέργειες και τις παρεμβάσεις του, με στόχο να συστρατευτούν αυτά στις γραμμές του. Η δράση των κομμουνιστών μέσα στο κοινοβούλιο δεν συνιστά υποχώρηση, συμβιβασμό ή προδοσία, αντίθετα αποτελεί κίνηση τακτικής, ενταγμένης σε έναν γενικευμένο πόλεμο θέσεων, που βρίσκει τα ρήγματα μέσα στον αστικό κορμό και τα χρησιμοποιεί διεισδύοντας για να φέρνει κοντά το κόμμα με τις ανοργάνωτες μάζες.

Το αριστερίστικο ρεύμα δεν εξαντλούνταν στη κριτική της εργατικής συμμετοχής στις εκλογές και τα νομοθετικά σώματα. Ασκούσε κριτική μεταξύ άλλων και στη συμμετοχή μέσα σε συνδικάτα που δεν έχουν σαφές κομμουνιστικό πρόσημο, στα κόμματα που “υποκαθιστούν τη μάζα με τους ηγέτες και τους γραφειοκράτες”, διακρίνοντας έτσι την τάξη από το κόμμα της, το οποίο οι αριστεριστές θεωρούσαν μια απόφυση που για να μη στέκει εξουσιαστικά πάνω από την ίδια την τάξη θα έπρεπε να στηρίζεται εντελώς στη βάση χωρίς την παρασιτική ιεραρχία. Οι αριστεριστές αδυνατούσαν να συλλάβουν την αναγκαιότητα της τακτικής αναπροσαρμογής στις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Αρνούνταν πεισματικά κάθε συμβιβασμό, χωρίς πάντα να υπολογίζουν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα, ενώ θεωρούσαν πως από μόνη της η παράνομη δουλειά θα εξασφάλιζε την κλιμάκωση της ταξικής πάλης.

Ουσιαστικά, ο αριστερισμός αποκρυστάλλωνε την έκφραση μιας μερίδας αγνών και ρομαντικών κατά τ’ άλλα αγωνιστών που ανήκαν στη στρατηγική σε σκοπό χωρίς να εξετάζουν υλιστικά την τακτική ως το μέσο, φοβούμενοι πως η εμπλοκή τους με  το σύστημα ακόμα και σε επίπεδο τακτικισμού θα έφθειρε την επαναστατική τους εντιμότητα. Ίσως πάλι για κάποιους απ’ αυτούς να ίσχυε η θέση του Λένιν ότι φοβούνταν τη δύσκολη δουλειά της συστηματικής προπαγάνδας μέσα από τους κόλπους του συστήματος και γι’ αυτό προτιμούσαν να απέχουν. Με την ίδια πάντως λογική οι αριστεριστές έλεγαν όχι και στη δουλειά στα σωματεία, παρά το γεγονός ότι ο Λένιν τους εξηγούσε και μέσα από τις επιστολές του την ζωτική ανάγκη για καλλιέργεια της ταξικής συνείδησης στους εργάτες που είναι οργανωμένοι σ’ αυτά, αλλά και για να αποκαλύπτουν τον προδοτικό ρόλο των εργατοπατέρων, των ξεπουλημένων στην εργοδοσία συνδικαλιστών. Με την ίδια λογική επίσης, η αριστερή πτέρυγα του Μπορντίγκα μέσα στο ΚΚ Ιταλίας αντιδρούσε στην συγκρότηση ενιαίου μετώπου με τους σοσιαλιστές και τους δημοκρατικούς προκειμένου να αντιμετωπιστεί ο φασιστικός κίνδυνος του Μουσολίνι και των μελανοχιτώνων του.

Σύνολη η προβληματική της συλλογιστικής του αριστερισμού περιστρέφεται γύρω από την αδυναμία του να διακρίνει την ωριμότητα των συνθηκών, αλλά και την υπερτίμηση του υποκειμενικού παράγοντα. Τουλάχιστον ο νέος αριστερισμός της μεταπολεμικής περιόδου, επένδυε σίγουρα πολύ περισσότερο στο αυθόρμητο των μαζών και τη δυνατότητά τους για αυτοοργάνωση, παρά στη συντονισμένη τακτική δράση που απαιτούσε την πολιτική οργάνωση σε πρωτοπόρο κόμμα. Η λαθεμένη εκτίμηση ότι η προεπαναστατική κατάσταση κατασκευάζεται βολονταριστικά, δίχως μια μακρά προπαρασκευή ιδεολογική και κινηματική, θεωρητική και πρακτική, εξώθησε αρκετούς αγωνιστές στον μοναχικό και αυτόνομο απ΄ τις μάζες ακτιβισμό, στη βία χωρίς αποτέλεσμα, που στρεφόταν σε πρόσωπα του πολιτικού συστήματος που εύκολα αντικαθίστανται από άλλα, και σε στόχους που σπάνια είχαν στρατηγικό χαρακτήρα. Λειτουργούσαν επομένως κυρίως σε συμβολικό επίπεδο, ενώ με το να παρουσιάζονται ορισμένες φορές σαν εξωκινηματικοί εκδικητές εκ μέρους του προλεταριάτου, αυτό έμενε αδρανές περιμένοντας σαν μεσσιανικά το νέο χτύπημα των “σωτήρων του”.

Άσχετα από το ότι και οι Μαρξ-Ένγκελς, Λένιν, Ρόζα Λούξεμπουργκ και άλλοι επαναστάτες και θεωρητικοί καταδίκαζαν την ατομική τρομοκρατία ως αδιέξοδη και εν τέλει αντιδραστική, οι οργανώσεις που έδρασαν ανάμεσα στις δεκαετίες ’70-90 κυρίως (Ερυθρές Ταξιαρχίες, 17Ν, Φράξια Κόκκινος Στρατός, Κομμουνιστικά Επαναστατικά Κελιά κ.α) αυτοπροσδιορίζονταν μαρξιστικές-λενινιστικές.

Στον αριστερισμό, νομίζω, είναι εύκολο να μεταστραφεί κανείς όταν συντρέχουν κάποιες προϋποθέσεις, όπως ενδεικτικά: η νεαρή ηλικία, η επαναστατική/εξεγερσιακή βιασύνη, κάποιες λάθος επιλογές ή και προδοτικοί συμβιβασμοί με αστικά κόμματα -η περίπτωση συνεργασίας του ΚΚΙταλίας με τους Χριστιανοδημοκράτες είναι χαρακτηριστικότατη-. Αυτοί οι παράγοντες μπορούν να οδηγήσουν μια μερίδα της βάσης στην συλλήβδην απόρριψη της κομματικής οργάνωσης και της συντεταγμένης πάλης, παράλληλα με την οικοδόμηση μιας τεθλασμένης εικόνας γύρω από την ετοιμότητα του υποκειμενικού παράγοντα και των μεθόδων ριζοσπαστικοποίησής του.

Σήμερα γενικά, και πιο ειδικά στη προεκλογική περίοδο που διανύουμε, αριστερίστικες φωνές μπορεί να προπαγανδίζουν κατά της συμμετοχής των κομμουνιστών στις εκλογές για την ευρωβουλή, τα δημοτικά και περιφερειακά συμβούλια κλπ. Φυσικά, η κοινωνική μεταβολή δεν μπορεί να πραγματωθεί μέσα στα όρια της αστικής νομιμότητας, ούτε και μέσα από δευτεροδιεθνίστικων καταβολών μεταρρυθμίσεις και μικροβελτιώσεις των εργασιακών συνθηκών των εργαζομένων. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ούτε ότι τέτοιες βελτιώσεις δεν πρέπει να διεκδικούνται, ούτε ότι πρέπει το κίνημα να εξαντλείται στον οικονομικό αντί να στοχεύει πρώτα και κύρια στον πολιτικό αγώνα, ούτε τέλος, ότι δεν χρειάζεται η ταυτόχρονη δράση της πρωτοπορίας της τάξης ακόμα και στα πιο αντιδραστικά/συστημικά γρανάζια. Απ’ την εθνική και την ευρωπαϊκή βουλή ως την τοπική αυτοδιοίκηση, τα σωματεία, τις γειτονιές, τα λαϊκά νοικοκυριά, παντού πρέπει να ισχυροποιείται η εργατική πρωτοπορία, παντού πρέπει να εμπεδώνεται η ιστορική ανάγκη για οργανωμένη ταξική αντεπίθεση, με απώτερο στόχο το πέρασμα στον σοσιαλιστικό κι έπειτα κομμουνιστικό κοινωνικό σχηματισμό.

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Β.Ι. Λένιν, Ο Αριστερισμός. Η παιδική αρρώστια του Κομμουνισμού, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1964,

Β.Ι. Λένιν-Ρόζα Λούξεμπουργκ-Λέον Τρότσκυ, Για την Ατομική Τρομοκρατία τη Βία και την Επανάσταση, εκδ. Κοροντζή, Αθήνα 2007

https://www.rizospastis.gr/story.do?id=1379043

https://www.rizospastis.gr/story.do?id=2398074

  • 5
  • 73

YOU MIGHT ALSO LIKE