Αφιέρωμα στον Ελληνικό Εμφύλιο και την ένοπλη πάλη του ΚΚΕ/ΔΣΕ: Μέρος Β’ – Ο μεταπολεμικός συσχετισμός δυνάμεων – Η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ στην Ευρώπη – Του Αποστόλη Σερέτη

Ο μεταπολεμικός συσχετισμός δυνάμεων

 

Η λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και οι πολιτικοί, οικονομικοί συσχετισμοί που διαμορφώθηκαν με τη λήξη του ανέδειξαν τις πολύ μεγάλες αντιφάσεις και διαφωνίες στα ενδότερα των αντιφασιστικών δυνάμεων. Ωστόσο οι συγκρούσεις μεταξύ των ισχυρών φαίνονταν πριν από τη λήξη του πολέμου. Η ΕΣΣΔ εξασφάλισε και σταθεροποίησε τον έλεγχό της στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης, στις οποίες είχε εισέλθει ο Κόκκινος Στρατός κατά την διάρκεια του πολέμου ενάντια στην Ναζιστική Γερμανία και τις δυνάμεις του Άξονα στην Ευρώπη.

Παράλληλα οι ΗΠΑ έθεσαν τα θεμέλια της βασικής στρατηγικής τους σε παγκόσμιο επίπεδο. Έπειτα από τις διεθνείς συμφωνίες, τη δημιουργία του ΟΗΕ, είχε διαμορφωθεί ένα διεθνές σύστημα όπου ο βασικός στόχος της εξωτερικής πολιτικής κάθε υπερδύναμης ήταν η διατήρηση και η βελτίωση της ισχύος της. Ο βασικός σχεδιασμός των ΗΠΑ προέβλεπε τον περιορισμό της σοβιετικής ισχύος με διάφορους τρόπους, συμπεριλαμβανομένης της παροχής στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας σε τρίτες χώρες προκειμένου να διασφαλισθεί ότι δεν θα περάσουν στην επιρροή του αντίπαλου μπλοκ. Στα κομβικά σημεία στην υλοποίηση της στρατηγικής αυτής συγκαταλέγονται η υποστήριξη των εθνικιστικών, συντηρητικών και αντικομμουνιστικών δυνάμεων στον Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο και μεταγενέστερα η συγκρότηση του ΝΑΤΟ.

Από τη συνάντηση κορυφής στη Μόσχα τον Οκτώβριο του 1944, τη συνδιάσκεψη της Γιάλτας τον Φεβρουάριο του 1945 και τη συνδιάσκεψη του Πότσνταμ. Μετά τον θάνατο του Ρούσβελτ, η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, παρουσιάζει ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά και ακολουθείται μία επιθετική πολιτική σε πολλά ζητήματα. Θα ήταν εφικτό να αναφερθεί το γεγονός πως η μεγάλη διένεξη της εποχής της προεδρίας του Χάρυ Τρούμαν, ο οποίος έδωσε το πράσινο φως για τη ρήψη των ατομικών βομβών στη Χιροσίμα και Ναγκασάκι τη τελευταία μέρα της Συνδιάσκεψης του Πότσνταμ, είχε να κάνει με το γερμανικό ζήτημα και τις εξελίξεις στα Βαλκάνια και γενικά τη νοτιοανατολική Ευρώπη όπου πλέον είχε υπάρξει η πρώτη ισχυρή ένοπλη σύγκρουση μεταξύ πρώην συμμάχων από το Δεκέμβριο του 1944 στην Αθήνα. Όμως το ζήτημα της Γερμανίας ήταν το πεδίο ισχυρών διπλωματικών συγκρούσεων μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων. Αυτό που πρέπει να επισημανθεί είναι το γεγονός ότι η Σοβιετική Ένωση, από τη διάσκεψη του Πότσνταμ, προσδοκούσε σε καθορισμό του ύψους των πολεμικών επανορθώσεων, θα καθόριζε το ύψος τους και το σοβιετικό ποσοστό σε αυτές.[1]

Ο διαμοιρασμός και οι διακανονισμοί πάνω στο ζήτημα της Γερμανίας ήταν το φλέγον ζήτημα ανάμεσα στους συμμάχους. Η ΕΣΣΔ είχε τρεις βασικούς στόχους για τη μεταπολεμική Γερμανία. Την ανάδειξη προσωρινής δημοκρατικής κυβέρνησης, η εξάλειψη των φασιστών, η αποπληρωμή των επανορθώσεων και μία ειδική συμφωνία μεταξύ των τεσσάρων δυνάμεων ΕΣΣΔ, ΗΠΑ, Αγγλίας και Γαλλίας για τον έλεγχο της βιομηχανικής παραγωγής του  Ρουρ.[2]

Ωστόσο αυτό που πρέπει να επισημανθεί είναι το γεγονός ότι η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ παρουσίασε ορισμένες σημαντικές μεταβολές. Μετά τη δίκη της Νυρεμβέργης (Νοέμβριος 1946 – Σεπτέμβριος 1946), οι ΗΠΑ χάραξαν μία πολύ πιο επιθετική πολιτική, εγκατέλειψαν τις τακτικές των Συνελεύσεων κορυφής, έδωσαν παράταση σε όλες τις εκκρεμότητες, ακολούθησαν νέα πολιτική απέναντι στις σοβιετικές επιδιώξεις, σύμφωνα και με το Μνημόνιο Τζορτζ Κένναν, που είχε συνταχθεί από τον ίδιο και προμήνυε την διαφοροποίηση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής που άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά από το 1947. [3]

Οι ΗΠΑ στόχευαν στην αποδυνάμωση της Διασυμμαχικής Επιτροπής Ελέγχου και στο βέτο που άσκησε η ΕΣΣΔ, ενώ η Αγγλία συντάχθηκε με τις ΗΠΑ. Στόχος της Γαλλίας ήταν η απόσπαση της Ρηνανίας και της βιομηχανικής περιοχής του Ρουρ. Με την άνοδο του Τρούμαν στην εξουσία, οι ΗΠΑ εφάρμοσαν την ίδια πολιτική που είχαν ακολουθήσει και στο τέλος του Α Παγκοσμίου Πολέμου με τη Γερμανία. Δεν ήθελαν την αποχώρηση και τη διάλυση της Γερμανίας, ήθελαν έναν ισχυρό βιομηχανικό πόλο στη κεντρική Ευρώπη κάτω από την εποπτεία τους, έτσι το Δεκέμβριο του 1946 Αγγλία και ΗΠΑ ενοποίησαν τις ζώνες που είχαν υπό τον έλεγχο τους στη Γερμανία, παραβιάζοντας το Πότσνταμ, κάτι που προκάλεσε αντιδράσεις από την ΕΣΣΔ και τη Γαλλία.

Συνολικά, μπορεί στο πεδίο των διπλωματικών συγκρούσεων να κυριαρχούσε η Σοβιετική Ένωση με τις ΗΠΑ, ωστόσο η ΕΣΣΔ, δεν ήταν σε θέση να ανταγωνιστεί τις ΗΠΑ σε επίπεδο βιομηχανίας και υποδομών. Οποιαδήποτε τυχόν πρωτοβουλία της ΕΣΣΔ θα έβρισκε αντίθετες τις ΗΠΑ, ενώ σε καμία περίπτωση η ΕΣΣΔ δεν μπορούσε να πάρει κάποια πολεμική πρωτοβουλία τη συγκεκριμένη περίοδο. Όπως αναλύει ο David Horowitz, ο λόγος για τον οποίο η ΕΣΣΔ είχε κάνει πίσω και σε ενδεχόμενη παρέμβαση της στον εμφύλιο πόλεμο στην Ελλάδα αλλά και ότι αρκέστηκε σε μία λογική οχύρωσης απέναντι στη διπλωματική περικύκλωση που επιχειρούσαν οι ΗΠΑ ήταν υλιστικοί και πρακτικοί διότι υπήρχαν πολύ μεγάλες καταστροφές που είχε υποστεί από τη ναζιστική εισβολή (20.000.000 νεκροί, 25.000.000 άστεγοι, 31.850 βιομηχανικές επιχειρήσεις καταστράφηκαν, 65.000 χιλιόμετρα σιδηροτροχιών, 4.100 σιδηροδρομικοί σταθμοί,90.000 γέφυρες, 1135 ανθρακωρυχεία και 3.000 πηγάδια εξόρυξης πετρελαίου.[4]

[1] Γιανουλόπουλος Ν. Γιάννης, Ο μεταπολεμικός κόσμος, Ελληνική και ευρωπαϊκή ιστορία (1945-1963), Παπαζήσης, Αθήνα 1992, σελ.45-47

[2] Bernstein Serge/Mizla Pierre, Ιστορία της Ευρώπης:Διάσπαση και ανοικοδόμηση της Ευρώπης – 1919 ως σήμερα,τ.3, Αλεξάνδρεια, Παρίσι 1992,σελ.174-175

[3] Ο.π, σελ.175

[4] Χοροβιτς Ντειβιντ, Από τη Γιάλτα στο Βιετνάμ: Ανατομία της διεθνούς πολιτικής ζωής (1945-1967), Κάλβος, Αθήνα 1971,σελ.37

Η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ στην Ευρώπη: Κλιμάκωση αντιθέσεων ΗΠΑ-ΕΣΣΔ – Σύσταση του ΝΑΤΟ 

Οι αντιθέσεις ανάμεσα στην ΕΣΣΔ και τις ΗΠΑ κλιμακώνονταν. Οι προστριβές κυρίως πάνω στο γερμανικό ζήτημα και στις επανορθώσεις, είχαν ήδη διαβρώσει τις σχέσεις των πρώην συμμάχων. Ωστόσο παρά το γεγονός ότι η ΕΣΣΔ είχε βγει από τον πόλεμο με μεγάλες απώλειες σε επίπεδο υποδομών αλλά και ανθρώπινου δυναμικού, είχε κατορθώσει να αυξήσει την επιρροή της στην Ανατολική Ευρώπη, λόγω της επέλασης του Κόκκινου Στρατού στα Βαλκάνια, την Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη. Αυτό για τις ΗΠΑ ήταν κάτι που έθετε εμπόδια στον σχεδιασμό της εξωτερικής τους πολιτικής αλλά και στο ίδιο το σύστημα της παγκόσμιας ελεύθερης αγοράς. Οι ΗΠΑ έχαναν πολλές χώρες από τον έλεγχο της Δύσης, κράτη που θα μπορούσαν να αποτελέσουν σημαντικές αγορές για τα αμερικανικά κεφάλαια ενώ την ίδια στιγμή οι πετρελαιοπηγές της Μέσης Ανατολής, ήταν πεδίο που φάνταζε ανοιχτό για εκμετάλλευση από την ΕΣΣΔ και τα κράτη συμμάχους της.

Οι ΗΠΑ με το τέλος του πολέμου, εξακολουθούσαν να σταθμεύουν σε 56 χώρες ενώ το 1949 είχαν φτάσει στο σημείο να διατηρούν δικαίωμα κατοχής σε 400 περίπου στρατιωτικές βάσεις σε όλο το κόσμο. Οι ΗΠΑ διατηρούσαν δικαιώματα πάνω στο μισό περίπου πλούτο της Μέσης Ανατολής.[1]

Έτσι, η νέα προεδρία Τρούμαν, που ακολούθησε μία δυναμική επιθετική πολιτική περικύκλωσης της ΕΣΣΔ αποφάσισε στις 12 Μαρτίου 1947, που είναι μία μέρα καμπής, την εξαγγελία του μηχανισμού οικονομικής βοήθειας του σχεδίου Μάρσαλ, που έμεινε στην ιστορία ως Δόγμα Τρούμαν.

Το προηγούμενο διάστημα υπήρχε μία επιδείνωση των σχέσεων ΕΣΣΔ-ΗΠΑ ενώ στις 12 Φεβρουαρίου 1947 η Αγγλία ανακοίνωσε ότι δεν ήταν σε θέση να συνεχίσει την οικονομική και στρατιωτική υποστήριξη στην ελληνική κυβέρνηση εν μέσω και του ελληνικού εμφυλίου που είχε ξεσπάσει. Έτσι πλέον οι ΗΠΑ αυτοανακηρύχθηκαν ως η ηγετική δύναμη του αγώνα απέναντι στον κομμουνισμό. Το Κογκρέσο συντάχθηκε με την πρόταση του Τρούμαν ο οποίος παράκαμψε τον ΟΗΕ με τη λεγόμενη όπως υποστηρίζει ο Bernstein ‘μέθοδο των εικονιζόμενων βλέψεων του αντιπάλου’, ένα θεμελιώδες στρατιωτικό δόγμα στο Ψυχρό πόλεμο.

Η εκτίμηση του αμερικανικού παράγοντα μετά τις εξαγγελίες του Τρούμαν, ήταν ότι η ΕΣΣΔ θα ανέπτυσσε εμπορικές σχέσεις με τη Δύση και θα αντλούσε ξένα και κυρίως αμερικανικά κεφάλαια για τη διόρθωση των καταστροφών ενώ η ΕΣΣΔ πίστευε ότι οι ΗΠΑ δεν θα επέλεγαν την εμπλοκή, λόγω των πιέσεων της κοινής γνώμης.

Τον Ιούνιο του 1947, ξεκινάει η οικονομική ενίσχυση κρατών της ευρωπαϊκής ηπείρου, με απώτερο σκοπό την ανοικοδόμηση των κρατών και την αποτροπή μίας διευρυμένης κομμουνιστικής απειλής, η οποία σύμφωνα με τον αμερικανικό παράγοντα θα δυνάμωνε όσο το βιοτικό επίπεδο των λαών της ηπείρου θα παρέμενε χαμηλό. Το λεγόμενο Σχέδιο Μάρσαλ, Στις 12 Μαρτίου του 1947 ο πρόεδρος των ΗΠΑ Χάρι Τρούμαν, αγορεύοντας στο Κογκρέσο, δεσμεύθηκε ότι η χώρα του θα παρείχε γενναία οικονομική ενίσχυση στα κράτη που θα επιθυμούσαν και θα «…αντιστέκονταν σε απόπειρες καθυπόταξης από οπλισμένες μειοψηφίες ή από ξένες πιέσεις…». [2]

Αρχικό ενδιαφέρον επέδειξαν η Τσεχοσλοβακία, η Πολωνία και η Γιουγκοσλαβία, δίχως να υπάρχουν αρχικά κάποιες αντιδράσεις από τη μεριά της ΕΣΣΔ. Έτσι ο επίτροπος εξωτερικών υποθέσεων, Μολότωφ προσκλήθηκε στη Τριμερή Προκαταρκτική Συνάντηση των Υπουργών Εξωτερικών της Μ. Βρετανίας και της Γαλλίας στο Παρίσι 27 Ιουν. 3 Ιουλίου 1947. Ο Μολότοφ έπρεπε ωστόσο να αποδεχτεί τους όρους που είχε αποδεχτεί ο Μπεβιν και ο Μπιτό. Οι όροι ήταν πρώτον η συνεργασία των ευρωπαϊκών χωρών για την αποτίμηση των μεταπολεμικών αναγκών και την επεξεργασία συλλογικού προγράμματος. Αυτό σήμαινε την εγκατάλειψη των πενταετών προγραμμάτων της ΕΣΣΔ, ενώ υπήρξε η πρώτη φορά για τη γηραιά ήπειρο όπου ένας οικονομικός σχεδιασμός θα υπερέβαινε τα εθνικά πλαίσια, θέτοντας τα θεμέλια της οικονομικής ενοποίησης της Ευρώπης. Δεύτερον θα εγκαταλειπόταν η αντιφασιστική συνεργασία και οι κοινές επιδιώξεις των αντιστασιακών και κομμουνιστικών κινημάτων έπειτα από απαίτηση των ΗΠΑ, που ήταν και προϋπόθεση για την αποστολή βοήθειας. [3]

Ο Μολότωφ αποχώρησε από τη Συνάντηση και κατήγγειλε το σχέδιο Μάρσαλ ως προσπάθεια των ΗΠΑ να μετατρέψουν τις βιομηχανικά ασθενέστερες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης σε προμηθευτές αγροτικών προϊόντων. Η σοβιετική πλευρά ζήτησε η αμερικανική βοήθεια να δοθεί απευθείας σε κάθε ενδιαφερόμενη χώρα ώστε να την αξιοποιήσει αυτόνομα και σύμφωνα με τις εκτιμήσεις για τις προτεραιότητες των αναγκών της. Αυτές όμως οι θέσεις δεν είχαν απήχηση λόγω της υπερβολικής ανεργίας, εξαθλίωσης και τις υποβαθμισμένες κοινωνικές υπηρεσίες και τις ελλείψεις βασικών προϊόντων.  [4]

Ο Στάλιν αντέδρασε στο αμερικανικό σχέδιο και η ΕΣΣΔ προχώρησε σε κάποιες πρωτοβουλίες με σκοπό να αποτρέψει την αύξηση επιρροής των ΗΠΑ μέσω του σχεδίου Μάρσαλ στις χώρες της Κεντρικής Ανατολικής Ευρώπης. Πρώτη κίνηση ήταν η σύσταση ΚΟΜΕΚΟΝ. Ουσιαστικά ήταν μία συμφωνία εμπορίου και οικονομικής συνεργασίας της Βουλγαρίας, Ρουμανίας, Τσεχοσλοβακίας, Ουγγαρίας, Γιουγκοσλαβίας, Πολωνίας ενώ το φθινόπωρο του 1947 ανασυστάθηκε η Κομιντερν.. Στις 5 Οκτωβρίου 1947 ιδρύθηκε το Συντονιστικό γραφείο Πληροφοριών Κομμουνιστικών Κομμάτων με έδρα το Βελιγράδι. Έλεγχος Ανατολικής Ευρώπης με εγκαθίδρυση μονοκομματικών κυβερνήσεων. Το Φεβρουάριο 1948 το ΚΚ Τσεχοσλοβακίας ανέτρεψε τη κυβέρνηση συνεργασίας. [5]

Με τη δημιουργία μονοκομματικών κυβερνήσεων, την ανασύσταση της Κομιντερν, την ίδρυση της Κομεκον και της Κομινφορμ, η προσπάθεια ελέγχου της ανατολικής Ευρώπης και των χωρών της Βαλκανικής από τις ΗΠΑ, εμποδίστηκε. Ωστόσο ένα σημαντικό γεγονός που προκάλεσε ρήξη εντός του σοβιετικού στρατοπέδου, ήταν η διαφωνία Τίτο Στάλιν που οδήγησε στην αποπομπή της Γιουγκοσλαβίας από τη Κομινφορμ στις 8 Ιουνίου 1948.

Ο αμερικανικός παράγοντας απέτυχε έτσι προσωρινά να ελέγξει τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης. Ωστόσο οι βλέψεις των ΗΠΑ, που επιθυμούσαν την υπέρβαση των εθνικών πλαισίων για μία ενιαία αποτίμηση και οικονομικού σχεδιασμού των παλινορθώσεων στην Ευρώπη, έθεσαν και τις βάσεις της πρώιμης ενοποίησης της Ευρώπης.

Αυτό που πρέπει να επισημανθεί για τη καλύτερη κατανόηση της έντονα επεκτατικής πολιτικής των ΗΠΑ, είναι ο οικονομικός παράγοντας που ήταν καθοριστικός. Το σύστημα της ελεύθερης επιχειρηματικότητας στις ΗΠΑ βρισκόταν σε κίνδυνο χωρίς πρόσβαση σε ξένες αγορές. Ο Τρούμαν εκτιμούσε ότι η οικοδόμηση ενός διεθνούς πλαισίου για το κεφάλαιο που θα έθετε τέρμα στη δυναμική της αυτάρκειας και του κρατικού ελέγχου, ήταν απαραίτητη.[6]

Έτσι η βασική ανησυχία της Ουάσιγκτον ήταν η εξάπλωση των αντιστασιακών κινημάτων και η ισχυροποίηση των κομμουνιστικών δυνάμεων σε Ιταλία και Ελλάδα κυρίως που θα έθεταν εμπόδια σε αυτή την εφαρμογή πολιτικής. Παράλληλα η προέλαση του Κόκκινου Στρατού, η δημιουργία μονοκομματικών δημοκρατιών και η απήχηση των ρευμάτων της Αριστεράς, θα αποτελούσε εμπόδιο στους οικονομικούς και πολιτικούς σχεδιασμούς των ΗΠΑ.

Το σχέδιο Μάρσαλ διοχέτευσε συνολικά σε 17 ευρωπαϊκά κράτη περίπου 13 δισεκατομμύρια δολάρια σε κεφάλαια για την ευρωπαϊκή ανάκαμψη. Τα κεφάλαια αυτά ελέγχονταν από στελέχη επιχειρήσεων των ΗΠΑ και ήταν στενά συνδεμένα με την αγορά αποκλειστικά αμερικανικών αγαθών.[7] Ήταν πλέον ξεκάθαρο, ότι για να οργανωθεί αυτή η οικονομική βοήθεια, θα έπρεπε ο οικονομικός σχεδιασμός να υπερβεί τα εθνικά όρια του έθνους κράτους. Κάτω από αυτό το ιστορικό πλαίσιο και τις συνθήκες, η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία κάλεσαν όλες τις χώρες της Ευρώπης πλην της Ισπανίας, στο Παρίσι για τη συγκρότηση του Οργανισμού Ευρωπαϊκής Οικονομικής Συνεργασίας (ΟΕΕC). Το Σεπτέμβριο του 1947, στάλθηκε έκθεση στην Ουάσιγκτον με τα συνολικά προβλήματα της ευρωπαϊκής οικονομίας. Έτσι το σχέδιο Μάρσαλ ψηφίστηκε από το Κογκρέσο με την ονομασία Πρόγραμμα Ευρωπαϊκής Ανασυγκρότησης. Οι βασικές προϋποθέσεις για τη λήψη βοήθειας ήταν η ευρωπαϊκή οικονομική συνεργασία και η προώθηση αλληλεξάρτησης δυτικοευρωπαϊκών οικονομιών με στόχο την ομοσπονδοποίηση της Δυτικής Ευρώπης. Την ίδια περίοδο πραγματοποιείται με τη Συνθήκη των Βρυξελλών στις 17 Μαρτίου 1948 η Δυτικοευρωπαϊκή Στρατιωτική Συνεργασία. Το Κογκρέσο αποφάσισε να μη διαθέσει τη βοήθεια συνολικά αλλά να τη κατανείμει σε 4 διαφορετικές ετήσιες οικονομικές χρήσεις. Η πρώτη αποστολή θα ήταν τον Απρίλιο 1948 μέχρι τον Απρίλιο 1949. [8]

Λίγο μετά την εξέγερση του Κ.Κ. Τσεχοσλοβακίας και  τη μεγάλη γενική απεργία που είχε προκηρύξει, στις 17 Μαρτίου 1948 δημιουργείται η Δυτικοευρωπαϊκή Συνεργασία από τη Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία και τις χώρες της Benelux. Η βασική προϋπόθεση για να μπει η Ιταλία, θα ήταν να μην επικρατήσει στις εκλογές το Δημοκρατικό λαϊκό Μέτωπο (FDP), ένα ευρύτερο λαϊκό μέτωπο της αριστεράς με πυρήνα του το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα του Τολιάτι.

Την ίδια περίοδο, όταν στην Ελλάδα οι ΗΠΑ έστελναν οικονομική βοήθεια και ενίσχυση στη κυβέρνηση Σοφούλη ώστε να αποτραπεί ενδεχόμενη επικράτηση του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, πραγματοποιούνταν εκλογές στην Ιταλία. Συγκεκριμένα τον Απρίλιο του 1948 η ανάμιξη των ΗΠΑ στην προεκλογική εκστρατεία υπήρξε απροκάλυπτη. Ο πρόεδρος Τρούμαν έκανε στην Ιταλία δώρο 29 εμπορικά πλοία με χρυσάφι που είχαν αρπάξει οι Ναζί από την Ιταλία. Το Στεητ Ντιπαρτμεντ ανακοίνωσε ότι οι Ιταλοί που είχαν ψηφίσει τους κομμουνιστές θα στερούνταν το όνειρο όλων των Ιταλών, τη μετανάστευση στην Αμερική. Το υπουργείο στρατιωτικών ανακοίνωσε ότι οι αμερικανικές ναυτικές δυνάμεις στη Μεσόγειο θα ενισχύονταν ενώ τα αμερικανικά στρατεύματα κατοχής στη Τεργέστη πραγματοποίησαν την πρώτη μεγαλειώδη παρέλαση τους με τανκς και μεγάλα όπλα. Αμερικανικά και αγγλικά πολεμικά σκάφη βρίσκονταν αγκυροβολημένα στα ιταλικά λιμάνια σε όλη τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας. [9] Το «Εμπόδιο των Ανθρώπων» (όπως ονομάστηκε η συμμαχία) ωστόσο, έλαβε μόνο το 31% των ψήφων στη Βουλή των Αντιπροσώπων και το 30,76% των ψήφων στη Γερουσία της Δημοκρατίας.  Στις 11 Ιουνίου 1948 η Αμερικανική Γερουσία πήρε την επονομαζόμενη «απόφαση Βάντεμπεργκ» που πήρε το όνομα της από το Γερουσιαστή που έκανε τη σχετική πρόταση, βάσει της οποίας η κυβέρνηση των ΗΠΑ εξουσιοδοτούνταν πλέον να συνάπτει, εν καιρώ ειρήνης, συμμαχίες έξω από την αμερικανική ήπειρο.

Το 1948 αποτέλεσε χρονιά καμπή στη διένεξη μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ. Αποτέλεσμα της δημιουργίας της Δυτικοευρωπαϊκής Συνεργασίας, της Δυτικοευρωπαϊκής Στρατιωτικής Συνεργασίας και της τακτικής περικύκλωσης της ΕΣΣΔ από τις ΗΠΑ, ήταν η απάντηση της ΕΣΣΔ με σκληρά μέτρα. Συγκεκριμένα τον Ιούνιο 1948 η ΕΣΣΔ προχώρησε σε αποκλεισμό του Βερολίνου. Η Γαλλία είχε ανάγκη την οικονομική ενίσχυση των ΗΠΑ αλλά δεν εγκατέλειπε την αντίθεση της στην ανάδειξη της Δυτικής Γερμανίας σε ρυθμιστικό παράγοντα, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να ασκήσει περισσότερες διπλωματικές πιέσεις. Κατά τη διάρκεια του αποκλεισμού, οι ΗΠΑ πίεσαν τη Μ, Βρετανία και τη Γαλλία ώστε να εκδώσουν το νέο μάρκο ενώ μεταφέρθηκαν και βομβαρδιστικά αμερικανικά αεροσκάφη σε βρετανικές βάσεις.

Η ίδρυση της «Δυτικής Ένωσης», όπως ήταν φυσικό, υποχρέωσε τις Ηνωμένες Πολιτείες να πάρουν όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να ηγηθούν των προσπαθειών για τη συγκρότηση μιας ευρύτερης στρατιωτικοπολιτικής συμμαχίας σε παγκόσμιο επίπεδο.

Στις 4 Απριλίου 1949 πραγματοποιείται στην Ουάσιγκτον το Βορειοατλαντικό Σύμφωνο. Τα κράτη μέλη που αποτέλεσαν τη νέα παντοδύναμη στρατιωτική συμμαχία, ήταν οι ΗΠΑ, Καναδάς, Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία, Ιταλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο, Δανία, Νορβηγία, Ισλανδία, Πορτογαλία. Οι υποχρεώσεις των συμμάχων ήταν η αλληλοβοήθεια σε περίπτωση εξωτερικής επίθεσης, ο κοινός σχεδιασμός και η ενσωμάτωση του συνόλου ή ενός σημαντικού μέρους των Ενόπλων Δυνάμεων των χωρών μελών. Η Μεγάλη Βρετανία ανέλαβε την οργάνωση και τη διεύθυνση της Συμμαχίας. Αφορμές για κατάρτιση σχεδίου κοινού συντονισμού υπήρξε ο πόλεμος της Κορέας τον Ιούνιο του 1950 και η πρώτη δοκιμή Σοβιετικής ατομικής βόμβας. Το ΝΑΤΟ είχε ιεραρχική και αμυντική δομή με το Γενικό Αρχηγείο, τον Ανώτατο Στρατιωτικό Διοικητή και την οργανική ένταξη αμερικανικών δυνάμεων στη συμμαχία. [10]

Στις 12 Μάη 1949 η ΕΣΣΔ άρχισε τη σταδιακή άρση του αποκλεισμού, ο οποίος ολοκληρώθηκε στις 30 Σεπτέμβρη του 1949. Συνήθως αυτή η υποχώρηση ερμηνεύεται ως “ήττα” του Στάλιν και της ΕΣΣΔ, στην πραγματικότητα ωστόσο όπως είπαμε ποτέ δεν είχε υπάρξει ο στόχος της άμεσης επέκτασης του σοβιετικού ελέγχου πέραν των προσδιορισμένων μεταπολεμικά ορίων. Υπό αυτό το πρίσμα, ο βασικός στόχος που ήταν η προάσπιση του status quo επιτεύχθηκε από σοβιετικής πλευράς.

Η Σοβιετική Ένωση με «Ρηματική Διακοίνωση» διαμαρτυρίας που επέδωσε στις κυβερνήσεις της Δυτικής Ένωσης, των ΗΠΑ και του Καναδά στις 31/3/1949, μεταξύ άλλων υπογράμμισε ότι το Ατλαντικό Σύμφωνο είναι ένας καθαρός επιθετικός συνασπισμός, που στρέφεται εναντίον της ΕΣΣΔ κι ότι η συγκρότησή του είναι αντίθετη προς τον καταστατικό χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Ακόμη στη Διακοίνωσή της η ΕΣΣΔ σημείωσε πως το Σύμφωνο αυτό παραβίαζε τις συμφωνίες ΕΣΣΔ – Μ. Βρετανίας και ΕΣΣΔ – Γαλλίας που είχαν υπογραφεί πριν ή κατά τη διάρκεια του Β` Παγκοσμίου Πολέμου, όπως επίσης και τις συμφωνίες που είχαν υπογράψει οι τρεις μεγάλες δυνάμεις της αντιχιτλερικής συμμαχίας ειδικότερα στη Γιάλτα και στο Πότσδαμ. Ήταν πλέον εμφανές ότι ο αποκλεισμός της ΕΣΣΔ από το Βορειοατλαντικό Σύμφωνο αποδείκνυε ότι αυτό είχε αντισοβιετικό χαρακτήρα, ενώ αποκάλυπτε ότι με το Σύμφωνο αυτό η αγγλοαμερικανική ομάδα δυνάμεων στόχευε στην παγκόσμια κυριαρχία.

[1] [1] Χοροβιτς Ντειβιντ, ο.π.,σελ.113

[2] Bernstein Serge/Mizla Pierre, ο.π,σελ.179

 

[3] Ο.π,σελ.179-181

[4] Γιανουλόπουλος Ν. Γιάννης, ο.π, σελ.98

 

[5] Γιανουλόπουλος Ν. Γιάννης, ο.π, σελ.96-99

 

[6] Άντερσον Πέρι, Η αμερικανική εξωτερική πολιτική και οι διανοητές της, Τόπος, Αθήνα 2017,σελ.27

[7] Ο.π,σελ.63

[8] Γιανουλόπουλος Ν. Γιάννης, ο.π, σελ.103-106

[9] Χοροβιτς Ντειβιντ, ο.π ,σελ.115

 

[10] Γιανουλόπουλος Ν. Γιάννης, ο.π, σελ.115

 

  • 2
  • 130

YOU MIGHT ALSO LIKE